Κυκλοφόρησε η νέα δισκογραφική δουλειά της Ελένης Καραΐνδρου "MEDEA", με μουσική για την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας σε απόδοση του Γιώργου Χειμωνά, στο Φεστιβάλ Επιδαύρου το καλοκαίρι του 2011. Η μεγάλη συνθέτης που έχει "ντύσει" μουσικά τις ταινίες του Θεόδωρου Αγγελόπουλου και είναι μια από τις πιο αναγνωρισμένες διεθνώς συνθέτριες της Ελλάδας, παρουσίασε το δίσκο της στον ΙΑΝΟ και μίλησε αποκλειστικά στο IANOS Magazine. Απολαύστε την!

 

Είναι ευρύτατα γνωστό ότι τη σχέση σας με τη μουσική την ανακαλύψατε στα 7 σας χρόνια . Έκτοτε η σχέση σας με τη μουσική υπήρξε καθοριστική. Υπήρξε όνειρο ζωής η καριέρα που τελικώς ακολουθήσατε;

Η μουσική είναι τρόπος ζωής. Αν τον ακολουθήσεις γεμίζεις τη ζωή σου με ομορφιά. Αποκτάς τη δυνατότητα να εκφράσεις τα πιο βασικά σου συναισθήματα, τη δυνατότητα να λυτρώνεσαι μέσα απ’ αυτήν την έκφραση. Η μουσική δεν ήταν ούτε όνειρο ούτε καριέρα που ακολούθησα. Ήταν εκείνη που με ακολούθησε γεμίζοντας τη ζωή μου με φως.

 

Τα είδη μουσικής με τα οποία έχετε ασχοληθεί στην πορεία σας καλλιτεχνικά έχουν δημιουργήσει την καλλιτεχνική σας ταυτότητα. Για να διατηρήσετε την ταυτότητα σας και τη συνέπειά σας στον καλλιτεχνικό χώρο έχετε κατά καιρούς κάνει υποχωρήσεις;

Δεν έχω ασχοληθεί με διάφορα είδη μουσικής, αλλά με τη Μουσική. Αυτό που λέμε ταυτότητα καλλιτεχνική, ή το έχεις ή δεν το έχεις. Κι αν το έχεις αυτό, επιβάλλεται από τα πρώτα σου βήματα. Αν η μουσική σου έκφραση είναι πηγαία, αφήνει στη ψυχή σου το χνάρι της και μοιάζει κάπως με το δακτυλικό σου αποτύπωμα που είναι μοναδικό και αναλλοίωτο. Γιατί να κάνει υποχωρήσεις κάποιος που δεν ασχολείται μ’ αυτό που λέμε καριέρα; Σε τι να κάνει υποχωρήσεις; Σε ποιόν ;

Ο καλλιτέχνης αναζητάει την αλήθεια του και μόνο αυτό τον κάνει ευτυχισμένο.

Κι εγώ διάλεξα τον δρόμο της προσωπικής μου ελευθερίας χωρίς ν’ ακούω τις φωνές των «σειρήνων» που ζητάνε αφοσίωση και αποκλειστικότητα, τάζοντάς σου υλικά πράγματα για να πουλήσεις στην ουσία τη ψυχή σου. Κάθε νότα που βγήκε από τα πλήκτρα του πιάνου μου είναι κομμάτι της αλήθειας μου και γεννήθηκε από κάποια ιδέα, κάποιο γεγονός ή κάποιο πρόσωπο που με τάραξε.

 

Από το 1972, συνθέτετε μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Έχετε αποσπάσει σημαντικά βραβεία μουσικής κινηματογράφου στη χώρα μας. Έχετε διεθνείς διακρίσεις και βραβεία. Είστε κάτοχος , ενδεικτικά το αναφέρουμε, του βραβείου Φελλίνι για τον καλύτερο κινηματογραφικό συνθέτη της Ευρώπης. Ποιους θεωρείτε τους σημαντικότερους παράγοντες για την επιτυχία σας και τη διάκρισή σας; Πόσο πολύ «πολεμήσατε» για να κατακτήσετε την επιτυχία;

Ο σημαντικότερος παράγοντας για την επιτυχία μου είναι η αγάπη του κόσμου. Ο κόσμος μου έδινε και μου δίνει τη δύναμη να συνεχίζω. Κι ο κόσμος που αγκάλιασε τη δουλειά μου από την πρώτη στιγμή, έχει ένα αλάθητο ένστικτο. Δεν χρειάστηκε να πολεμήσω για τίποτα. Χρειάστηκε ν’ ανοίξω τη καρδιά μου και να μιλήσω μέσα από τη μουσική μου για βαθιά και πανανθρώπινα συναισθήματα. Αυτά που γεννιούνται μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Αγάπη, ελπίδα, πόνος, προσευχή, χαρά, πίστη. Όλα αυτά τα συναισθήματα που χρειάστηκε να τραγουδήσω μέσα από τις μουσικές μου για το σινεμά και το θέατρο αλλά και μέσα από τα τραγούδια μου.

 

Πώς θα περιγράφατε σε αδρές γραμμές τη συνεργασία σας με το Θόδωρο Αγγελόπουλο; Ποια τα στοιχεία που έχετε ξεχωρίσει από αυτή τη συνεργασία;

Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ένα ταξίδι. Μια ζωή. 25 χρόνια. Μια μεγάλη συνάντηση.

Πολύ δημιουργική. Προϋπήρχε μια πνευματική συγγένεια ανάμεσά μας, και μια κοινή αισθητική κατεύθυνση.

Ωστόσο εξ’ αρχής, από την πρώτη συνάντηση υπήρξε μια χημεία ανάμεσά μας και το μέγα χάρισμά του ήταν να αφηγείται τις ιστορίες του με ζωντανό και κινηματογραφικό τρόπο. Ενεργοποιούσε μέσα μου μια δεκτικότητα ισχυρή σε σχέση με τα ερεθίσματα που γεννιόντουσαν από τις ιδέες και τα οράματά του.

Αγαπούσε τη μουσική μου και πάντοτε όταν χρησιμοποιούσε μια σύνθεσή μου, το έκανε αριστοτεχνικά . Απαιτητικός σε όλα και σε όλους αλλά πρώτα απ’ όλα με τον εαυτό του. Υπήρχε ανάμεσά μας μια συνεχής ροή ενέργειας και καταλυτική υπήρξε για τη δημιουργική μας σχέση, η αγάπη για τον άνθρωπο, την Ελλάδα, την ιστορία, αλλά προπάντων για την ποίηση. Άλλωστε ο ίδιος ήταν ποιητής. Όχι μόνο ποιητής της εικόνας, αλλά ποιητής που στοχάζεται με οξυδέρκεια πάνω στην ανθρώπινη περιπέτεια.

 

Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας; Οι επιρροές σας στη μουσική; Το συναίσθημα παίζει κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργική διαδικασία;

Οι πηγές της έμπνευσης είναι άπιαστες κι απροσδιόριστες και η διαίσθησή μου ο οδηγός μου. Επιρροές από παντού. Απ’ όλα όσα γνώρισα κι αγάπησα κι έχω μέσα στη καρδιά μου για πάντα. Τα πρώτα μου ακούσματα, οι υπέροχες μελωδίες οι Βυζαντινές (Τον νυμφώνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον…), τα αριστουργήματα της κλασικής μουσικής που με μεγάλωσαν ποτίζοντας τη ψυχή μου με δέος και αρμονία, το άγγιγμα μεγάλων ψυχών μέσα από τη γνωριμία μου με τη τζαζ, ολόκληρος ο θησαυρός της παγκόσμιας μουσικής προφορικής παράδοσης και σ’ αυτό περιλαμβάνω τα δικά μας αριστουργήματα, η σπαραχτική δύναμη του αυθεντικού ρεμπέτικου αλλά και μεταγενέστερα, σύγχρονα εμπνευσμένα ακούσματα από φωτισμένους συνθέτες μας (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης) που πάντρεψαν τη μουσική τους με τη μεγάλη μας ποίηση.

Η λίστα θα είναι τεράστια γιατί σίγουρα σ’ αυτές τις επιρροές υπάρχουν και οι Pink Floyd και οι μεγάλοι αυτοσχεδιαστές, Keith Jarrett και άλλοι.

Όλους και όλα τα ευγνωμονώ γιατί οι μουσικές γέφυρες που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους, τους φέρνουν πιο κοντά και προχωράμε όλοι, βάζοντας ο καθένας το λιθαράκι του στο οικοδόμημα της μουσικής δημιουργίας.

 

Η μουσική σας έντυσε την παράσταση Μήδεια που ανέβηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου σε σκηνοθεσία Α. Αντύπα. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για αυτή σας τη συμμετοχή;

Η Μήδεια ήταν ένα μεγάλο στοίχημα με το οποίο καταπιάστηκα στις αρχές του 2011 για την παράσταση που παίχτηκε στην Επίδαυρο (Αρχ. Θέατρο) και το Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα.

Έχοντας στη διάθεσή μου έναν χορό από 15 εξαιρετικά καλλίφωνες ηθοποιούς σε διδασκαλία Αντώνη Κοντογεωργίου, και μια ομάδα σπουδαίων μουσικών, βυθίστηκα στο έργο του Ευριπίδη στην απόδοση του Γιώργου Χειμωνά, είδα πρόβες, ταξίδεψα με τις φωνές των ηθοποιών, είδα να χτίζεται το απέριττο και ποιητικό σκηνικό του Γιώργου Πάτσα και μέσα εκεί, πλάι στο σκηνοθέτη άρχισα να ακούω τους ήχους, τις μελωδίες, τις αρμονίες αυτού του νέου μου έργου, αυτού που το Μάη του 2011  έπαιρνε σάρκα και οστά στο στούντιο Sierra κάτω από τα έμπειρα χέρια και τα πολύτιμα αυτιά του ηχολήπτη μας, Γιώργου Καρυώτη. Χωρίς τον Σινόπουλο στη λύρα και το λαούτο, τον Χάρη Λαμπράκη στο νέι, τον Γιώργο Καλούδη στο τσέλο, τον Νικο Γκίνο, τη Μαρί Σεσίλ Μπουλάρ  και τον Αλέξανδρο Αρκαδόπουλο στο κλαρίνο, τον Ανδρέα Κατσιγιάννη στο σαντούρι και τον Ανδρέα Παπά στα κρουστά, η Μήδεια δεν θα ήταν αυτή που είναι, έτσι όπως ολοκληρώθηκε και παρουσιάζεται στο νέο μου CD. Χρωστάω πολλά στον μάγο του ήχου Manfred Eicher που για μια ακόμα φορά στα 25 και πλέον χρόνια συνεργασίας μας, δεν παύει να με ξαφνιάζει με το πάθος, την έμπνευση και τον δημιουργικό του οίστρο την καίρια στιγμή της μίξης και της δραματουργικής επιμέλειας.

 

Θα ήθελα να μας μιλήσετε για το ρόλο που διαδραματίζουν οι συνεργασίες στην καλλιτεχνική σας πορεία. Γνωρίζω τη μεγάλη φιλία σας με τη Μαρία Φαραντούρη. Οι καλλιτεχνικές συνεργασίες ήταν και είναι για σας εποικοδομητικές;

Οι καλλιτεχνικές συνεργασίες είναι το Α και το Ω στην πορεία μου. Πιστεύω βέβαια πως τίποτα δεν έρχεται από μόνο του. Η δουλειά του καθένα προσδιορίζει και το επόμενο βήμα.

Η Μαρία Φαραντούρη με άκουσε κάπου το 1964 ή ’65 να παίζω τη σονάτα της Άνοιξης του Μπετόβεν στην αίθουσα Παρνασσός. Έτσι όταν γνωριστήκαμε υπήρχε ένα σημείο αναφοράς. Κι εγώ παρακολουθούσα τη Μαρία από τότε που τραγούδησε το Μαουτχάουζεν… Μοιραίο ήταν να δεθούμε και να με εμπνεύσει να τις γράψω το 1972 εκείνες τις πικρές μέρες κι ενώ βρισκόμουν στο Παρίσι, τη Μεγάλη Αγρυπνία, σε ποίηση Κ.Χ. Μύρη…

Έκτοτε, και με την επιστροφή μου στην Ελλάδα το 1975 οι συναντήσεις διαδέχονται η μια την άλλη, Μαυρίκιος, Ντουφεξής, Χριστοφής, Μαρκετάκη κι έρχεται η μεγάλη συνάντηση με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Μου δίνει ο ίδιος το βραβείο μουσικής για τη μουσική μου στη Ρόζα του Χριστοφή το 1982 και το 1983 ξεκινάει το μεγάλο ταξίδι μαζί του. Οκτώ ταινίες σε πάνω από 25 χρόνια συνεργασίας. Όμως, το ένα φέρνει το άλλο. Ο Μελισσοκόμος, μου φέρνει τον Garbarek (τενόρο σαξόφωνο) ο Garbarek την ECM και τον Manfred Eicher, άλλη μεγάλη συνάντηση, κορυφαία για έναν συνθέτη. 11 cds, και ένα DVD, με την Ελεγεία του Ξεριζωμού στο Μέγαρο. Εκατοντάδες κριτικές και μια παγκόσμια αναγνώριση της μουσικής μου.

Η συνεργασία με την ECM με φέρνει κοντά σε μεγάλους μουσικούς που με εμπνέουν, όπως η Kim Kashkashian, για την οποία έχω γράψει το Βλέμμα του Οδυσσέα, ο τσελίστας Thomas Demenga και ο μοναδικός Εσθονός μαέστρος Tõnu Kaljuste.

Η συνεργασία μου με τον Θόδωρο μου χάρισε μοναδικές εμπειρίες, σπουδαίους φίλους και στάθηκε αφορμή για ένα ταξίδι αυτογνωσίας για το οποίο είμαι ευγνώμων.

 

Η καλλιτεχνική παραγωγή έχει επηρεαστεί στην Ελλάδα της κρίσης; Είναι σημαντικός ο ρόλος των καλλιτεχνών ως πνευματικών ταγών; Ποιο είναι το δικό σας μήνυμα; Η καλλιτεχνική έκφραση μπορεί να αποκτήσει και πολιτική διάσταση; Πώς βλέπετε το ρόλο σας ως μουσικό στην τρέχουσα πολιτιστική πραγματικότητα;

Η Ελλάδα της κρίσης, του σήμερα, η τραυματισμένη από αόρατους και ορατούς εχθρούς, η προδομένη από πολλούς αλλά και από τα ίδια τα παιδιά της βλέπει να καταστρέφονται οι πνευματικές και καλλιτεχνικές δυνάμεις, βλέπει να συντρίβεται η εκπαίδευση, να παροπλίζονται οι δάσκαλοι και οι καθηγητές σε σχολεία και Πανεπιστήμια, βλέπει να εγκαταλείπονται καλλιτεχνικές επιδόσεις ετών, να κλείνουν μικρά ποιοτικά θέατρα που άνθισαν τα προηγούμενα 30 χρόνια, αφήνοντας στο σκοτάδι της ανεργίας δεκάδες ταλέντα.

Βλέπει να συρρικνώνεται η καλλιτεχνική παραγωγή, να δίνονται ψίχουλα για το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, το Μέγαρο και τη Λυρική, σπρώχνοντας έτσι στην ευκολία και τη φτηνή εμπορικότητα και γυρίζοντας το ρόλο της δημιουργίας πολλά χρόνια πίσω.

Ας μη μιλάμε αόριστα για την καλλιτεχνική έκφραση. Ας μη δείχνουμε με το δάχτυλο τους καλλιτέχνες απαιτώντας ο ρόλος τους να αποκτήσει πολιτική διάσταση. Η τέχνη είναι αναγκαία πνευματική τροφή για τον κόσμο και για να ανθίσει, χρειάζεται φροντίδα από το κράτος κι αυτή, είναι επιεικώς ανύπαρκτη.

 

Πώς θα σχολιάζατε το ρόλο των νέων καλλιτεχνών σήμερα; Τους δίνονται, κατά την κρίση σας ίδιες ευκαιρίες με παλαιότερα να εκφραστούν ακολουθώντας την καλλιτεχνική οδό; Είναι εύκολο σήμερα να αναδειχθεί και να εδραιωθεί ένας νέος καλλιτέχνης;

Το βρίσκω απάνθρωπο για τους νέους του σήμερα που διακρίνουν μέσα τους μια φλέβα καλλιτεχνική να κάνουν σαφάρι για ν’ ανακαλύψουν το δρόμο τους και κυρίως να το κάνουν μέσα  από τερατώδεις αντιξοότητες οικονομικής φύσης.

Η Ελλάδα της κρίσης δεν ενθαρρύνει τους νέους καλλιτέχνες. Τους στραγγαλίζει την ανάγκη να εκφραστούν γιατί πρέπει μηχανεύονται διάφορους τρόπους για να επιβιώσουν πρώτα και στη συνέχεια να αποκτήσουν τη γνώση, την απαραίτητη γνώση για να μπορέσουν να δημιουργήσουν, ο καθένας στον τομέα του.

Παρόλα αυτά η σπίθα είναι ακόμα αναμμένη και μερικές φορές η έλλειψη ευκαιριών χαλυβδώνει τη θέληση του εν δυνάμει καλλιτέχνη και το θαύμα συντελείται. Ναι, υπάρχουν νέες δυνάμεις, νέα ταλέντα, νέοι καλλιτέχνες. Εύχομαι μόνο να μην τους διώξει μακριά αυτή η Ελλάδα που σήμερα τρώει τα παιδιά της. Εύχομαι ακόμη να ξυπνήσει μέσα στον Έλληνα όπου κι αν βρίσκεται η φωνή της αλληλεγγύης. Και το κυριότερο: Μέσα στην οδύνη της κρίσης, της κοινωνικής αδικίας, της έλλειψης εμπιστοσύνης απέναντι στο χαοτικό έως ανύπαρκτο κράτος ας μη χάσουμε την ορθή κρίση και το μέτρο. Και κυρίως μη χάσουμε την ελπίδα και την πίστη.

 

 

 

 
: Elvis Presley - Santa Claus Is Back In Town