Μετά από ένα νόμπελ, πολλές συγγραφικές επιτυχίες και συγκινητικές κριτικές, η Άλις Μονρό επιστρέφει με μια σειρά διηγημάτων με τίτλο Ακριβή μου ζωή, η οποία θα βρίσκεται σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τη Δευτέρα 2 Ιουνίου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η ιδιαιτερότητα αυτού του βιβλίου της έγκειται στο ότι η ίδια η συγγραφέας θεωρεί αυτή τη δουλειά της σαν ένα είδος απομνημονεύματος. ‘Όχι κάτι σαν προσωπικό ημερολόγιο αλλά κάτι που έχει στοιχεία της ζωής της και την ψυχή της περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η ίδια μάλιστα σε συνέντευξη της λέει ότι μπορεί να μην κράτησε ποτέ ημερολόγιο άλλα είναι πιο εγωκεντρική από τους περισσότερους ανθρώπους και θυμάται πολλά.

Στο Ακριβή μου ζωή λοιπόν ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος με την ιστορία ενός στρατιώτη που επιστρέφει στην πατρίδα από τον πόλεμο και αποφεύγει –με απροσδόκητο τρόπο και για ανεξήγητο λόγο– να δει τη μνηστή του. Ακόμα μια πλούσια κληρονόμος έρχεται αντιμέτωπη με τον εκβιασμό. Μια μητέρα διαπράττει μοιχεία πλάι στο παραμελημένο παιδί της. Ένας πατέρας τσακισμένος από τις ενοχές. Μικρές ζωές συνηθισμένων ανθρώπων με φόντο το επαρχιακό τοπίο του Καναδά και μουσική υπόκρουση τον ήχο του τρένου σχεδόν σταθερά στο βάθος φωτίζονται από τη διορατικότητα και το απαράμιλλο αφηγηματικό χάρισμα της Καναδής νομπελίστριας και αιφνιδιάζουν με την παράξενη και ενίοτε επικίνδυνη τροπή τους.

Η συλλογή κλείνει με τέσσερις αυτοβιογραφικές ιστορίες, τέσσερα παραμύθια της παιδικής ηλικίας της ίδιας της Μunro, που μιλούν για το πόσο απροσδόκητα κανονική αλλά και ακριβή είναι η ζωή.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι μια μικρή μόνο γεύση από ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε:

Το μάτι

Όταν ήμουν πέντε χρονών, οι γονείς μου εντελώς ξαφνικά έκαναν ένα αγοράκι, που, όπως έλεγε η μητέρα μου, ήταν κάτι που πάντα ήθελα. Από πού της ήρθε αυτή η ιδέα δεν ξέρω. Ανέπτυξε διεξοδικά κάμποσες θεωρίες γι’ αυτό, όλες ανυπόστατες, αλλά δύσκολο να τις αντικρούσεις.

Έπειτα, έναν χρόνο αργότερα, έκανε την εμφάνισή του ένα κοριτσάκι κι είχαμε κι άλλα ντράβαλα, αλλά πιο ήπια απ’ ό,τι στο πρώτο μωρό.

Μέχρι την εποχή του πρώτου μωρού δεν είχα αντιληφθεί ότι ένιωθα διαφορετικά απ’ ό,τι έλεγε η μητέρα μου πως ένιω­θα. Και μέχρι εκείνη την εποχή ολόκληρο το σπίτι ήταν γεμάτο από τη μητέρα μου, από τα βήματά της, τη φωνή της, τη λεπτή σαν πούδρα, αλλά δυσοίωνη μυρωδιά που κυριαρχούσε σ’ όλα τα δωμάτια, ακόμα κι όταν δεν ήταν εκείνη μέσα.

Γιατί λέω δυσοίωνη; Δεν ένιωθα τρομαγμένη. Στ’ αλήθεια, δεν έφταιγε που η μητέρα μου μου έλεγε πράγματι τι έπρεπε να νιώθω για καθετί. Ήταν αυθεντία σ’ αυτό και δεν επιδεχόταν καμιά αμφισβήτηση. Όχι μόνο στην περίπτωση ενός μικρού αδερφού, αλλά και στο θέμα μιας συγκεκριμένης μάρκας δημητριακών, που ήταν καλά για μένα και γι’ αυτό έπρεπε να μ’ αρέσουν. Και στην ερμηνεία μου για την εικόνα που ήταν κρεμασμένη στα πόδια του κρεβατιού μου και έδειχνε τον Ιησού να ανέχεται τα παιδάκια που έρχονταν σ’ αυτόν. Το «ανέχεται» είχε άλλη σημασία εκείνη την εποχή, όμως δεν ήταν εκεί το θέμα. Η μητέρα μου μου έδειχνε το κοριτσάκι που καθόταν μισοκρυμμένο σε μια γωνιά γιατί ήθελε να πάει στον Ιησού αλλά ντρεπόταν πολύ. Αυτή ήμουν εγώ, έλεγε η μητέρα μου, κι εγώ υπέθετα πως έτσι ήταν, μολονότι δεν θα το είχα καταλάβει αν δεν μου το έλεγε εκείνη και μάλλον θα προτιμούσα να μην ήταν έτσι.

Αυτό για το οποίο ένιωθα άθλια ήταν για την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων τότε που έγινε τεράστια και παγιδεύτηκε στην κουνελότρυπα, όμως γελούσα γιατί η μητέρα μου φαινόταν να το ευχαριστιέται πολύ.

Με τον ερχομό του αδερφού μου, ωστόσο, και με τις ατέλειωτες σαχλαμάρες πως ήταν κάτι σαν δώρο για μένα, άρχισα να αποδέχομαι πόσο πολύ μπορεί να διέφεραν οι αντιλήψεις της μητέρας μου για μένα από τις δικές μου.

Υποθέτω ότι όλα αυτά με προετοίμαζαν για τη Σέιντι, που ήρθε κάποια στιγμή να δουλέψει για μας. Η μητέρα μου είχε μαζευτεί στην όποια περιοχή κατείχε μαζί με τα μωρά. Αφού πια δεν κυκλοφορούσε και τόσο πολύ, μπορούσα κι εγώ να σκεφτώ τι ήταν αλήθεια και τι όχι. Είχα την εξυπνάδα να μη μιλήσω σε κανέναν γι’ αυτό.

Το πιο παράξενο με τη Σέιντι –μολονότι στο σπίτι μας δεν δίναμε βαρύτητα σε κάτι τέτοια– ήταν πως ήταν διασημότητα. Η πόλη μας είχε έναν ραδιοφωνικό σταθμό όπου έπαιζε κιθάρα και έλεγε το τραγούδι της έναρξης, το οποίο είχε συνθέσει η ίδια.

«Γεια σας, γεια σας, γεια σας, φίλοι μου καλοί –»

Και μισή ώρα αργότερα ήταν το: «Αντίο, αντίο, αντίο, φίλοι μου καλοί». Στο ενδιάμεσο έλεγε τραγούδια που της ζητούσαν, όπως και κάποια άλλα που τα διάλεγε μόνη της. Οι πιο εκλεπτυσμένοι στην πόλη συνήθιζαν να αστειεύονται με τα τραγούδια της, αλλά και με τον σταθμό ολόκληρο, που έλεγαν πως ήταν ο μικρότερος στον Καναδά. Οι άνθρωποι αυτοί άκουγαν έναν σταθμό του Τορόντο που μετέδιδε δημοφιλή τραγούδια της εποχής –τρία μικρά ψαράκια κι η μαμά τους η ψαρού– και τον Τζιμ Χάντερ να σκούζει τις απελπιστικές ειδήσεις του πολέμου. Όμως στον κόσμο που ζούσε στα αγροκτήματα άρεσε ο τοπικός σταθμός και το είδος των τραγουδιών που έλεγε η Σέιντι. Η φωνή της ήταν δυνατή και θλιμμένη και τραγουδούσε για τη μοναξιά και τον πόνο.

Πάνω στον φράχτη τον παλιό,

σ’ ένα μαντρί αποσταίνω,

το ηλιοβασίλεμα θωρώ,

τον φίλο περιμένω –

Τα περισσότερα αγροκτήματα στη δική μας πλευρά της χώρας είχαν εκχερσωθεί και είχαν παραχωρηθεί κάπου εκατόν πενήντα χρόνια πριν, και σχεδόν απ’ όποιο αγροτόσπιτο και να κοίταζες έβλεπες άλλο αγροτόσπιτο μόλις μερικά χωράφια πιο πέρα. Κι όμως, τα τραγούδια που ήθελαν οι αγρότες ήταν όλα για μοναχικούς γελαδάρηδες, για τα θέλγητρα και την απο­γοήτευση μακρινών τόπων, για τα φοβερά εγκλήματα που εξαιτίας τους εγκληματίες πέθαιναν με τ’ όνομα της μάνας τους ή του Θεού στα χείλη.

Τέτοια τραγουδούσε η Σέιντι με τόση θλίψη σε ένα πλούσιο και δυνατό άλτο, όμως στη δουλειά στο σπίτι μας ήταν γεμάτη ενέργεια και αυτοπεποίθηση, και χαιρόταν να μιλάει, κυρίως για τον εαυτό της. Συνήθως δεν υπήρχε άλλος να μιλήσει παρά μόνο εγώ. Οι δουλειές της και εκείνες που είχε η μητέρα μου κρατούσαν τις δυο τους χωριστά τον περισσότερο χρόνο, και για κάποιον λόγο δεν πιστεύω ότι θα το χαίρονταν έτσι κι αλλιώς να συνομιλούν. Η μητέρα μου ήταν σοβαρός άνθρωπος, όπως έχω αφήσει να εννοηθεί, άνθρωπος που πριν διδάξει εμένα δίδασκε σε σχολείο. Μπορεί να της άρεσε να ήταν η Σέιντι άνθρωπος που να μπορούσε να τον βοηθήσει, διδάσκοντάς του να μη λέει «εξ απεναντίας» αλλά «απεναντίας». Όμως η Σέιντι δεν έδειχνε και τόσο να θέλει την όποια βοήθεια μπορούσε να της προσφέρει κάποιος, ή να μιλάει με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που μιλούσε πάντα.

Μετά το γεύμα, νωρίς το μεσημέρι, η Σέιντι κι εγώ μέναμε μόνες στην κουζίνα. Η μητέρα μου πήγαινε για έναν υπνάκο κι αν ήταν τυχερή κοιμούνταν και τα παιδιά. Όταν σηκωνόταν φορούσε άλλο φόρεμα, λες και περίμενε να περάσει ένα τεμπέλικο απόγευμα, έστω κι αν σίγουρα θα είχε κι άλλες πάνες ν’ αλλάξει, όπως θα είχε και κάποιες από τις ανάρμοστες δουλειές, των οποίων τη θέα απέφευγα, όπως όταν το μικρότερο περιδρόμιαζε από το στήθος της.

Ο πατέρας μου έπαιρνε κι εκείνος έναν υπνάκο – μπορεί κανένα τέταρτο στη βεράντα, με τη σαββατιάτικη Evening Post πάνω στο πρόσωπο, πριν γυρίσει στην αποθήκη.

Η Σέιντι ζέσταινε νερό στην ηλεκτρική κουζίνα και έπλενε τα πιάτα μ’ εμένα βοηθό και τα στόρια κατεβασμένα για να κρατήσει έξω τη ζέστη. Όταν τελειώναμε, σφουγγάριζε το πάτωμα κι εγώ το στέγνωνα με μια μέθοδο που είχα εφεύρει – κάνοντας πατινάζ πάνω του με κουρέλια. Έπειτα κατεβάζαμε τις κορδέλες της κολλώδους κίτρινης μυγοπαγίδας, τις οποίες είχαμε τοποθετήσει μετά το πρωινό και ήταν ήδη βαριές από ψόφιες ή ετοιμοθάνατες μαύρες μύγες που σφάδαζαν, και κρεμούσαμε τις νέες κορδέλες, που μέχρι το βραδινό θα είχαν γεμίσει καινούργιες ψόφιες μύγες. Όλα αυτά ενώ η Σέι­ντι μου μιλούσε για τη ζωή της.

Δεν έβγαζα εύκολα συμπεράσματα για ηλικίες εκείνη την εποχή. Οι άνθρωποι ήταν είτε παιδιά είτε μεγάλοι, κι εκείνη τη θεωρούσα μεγάλη. Μπορεί να ήταν δεκάξι χρονών, μπορεί δεκαοχτώ ή είκοσι. Όσο κι αν ήταν, ανακοίνωσε περισσότερες από μία φορές ότι δεν βιαζόταν καθόλου να παντρευτεί.

Πήγαινε σε χορούς κάθε Σαββατοκύριακο, αλλά πήγαινε μόνη της. Μόνη της και για πάρτη της, έλεγε.

Μου μιλούσε για τις αίθουσες χορού. Υπήρχε μια στην πόλη, έξω από τον κεντρικό δρόμο, όπου τον χειμώνα ήταν η πίστα του κέρλινγκ. Πλήρωνες μια δεκάρα τον χορό, έπειτα ανέβαινες και χόρευες σε μια εξέδρα με τον κόσμο γύρω γύρω να σε καρφώνει, όχι πως εκείνη την ένοιαζε. Της άρεσε πάντα να πληρώνει με τη δική της δεκάρα, να μην έχει υποχρέωση. Όμως καμιά φορά κάποιος τύπος ερχόταν σ’ εκείνη πρώτος. Τη ρωτούσε αν ήθελε να χορέψει και το πρώτο που του έλεγε εκείνη ήταν: Εσύ μπορείς; Ξέρεις να χορεύεις; τον ρωτούσε κοφτά. Έπειτα εκείνος την κοιτούσε περίεργα κι έλεγε ναι, που σημαίνει αλλιώς γιατί να είναι εδώ; Και συνήθως αποδεικνυόταν πως αυτό που εννοούσε εκείνος με τη λέξη χορός ήταν να σέρνεται αποδώ κι αποκεί πάνω στα δυο του πόδια, έχοντάς την αρπάξει με τα ιδρωμένα μεγάλα κομμάτια κρέας που ήταν τα χέρια του. Καμιά φορά εκείνη απλώς σταματούσε απότομα και τον άφηνε σύξυλο, χόρευε μόνη της – που αυτό της άρεσε να κάνει έτσι κι αλλιώς. Τελείωνε τον χορό που είχε πληρώσει, κι αν ο ταμίας είχε αντίρρηση και προσπαθούσε να την κάνει να πληρώσει για δύο άτομα αντί για ένα που ήταν, του έλεγε φτάνει, αρκετά. Ας γελούσαν όλοι που χόρευε μόνη της αν έτσι ήθελαν.

Η άλλη αίθουσα χορού ήταν ακριβώς έξω από την πόλη, στον αυτοκινητόδρομο. Εκεί πέρα πλήρωνες στην πόρτα και όχι μόνο για έναν χορό, αλλά για ολόκληρη τη νύχτα. Εκείνο το μέρος το έλεγαν Ρόαγιαλ-Τ. Κι εκεί πλήρωνε μόνη της. Σε γενικές γραμμές είχε καλύτερους χορευτές, αλλά και πάλι εκείνη προσπαθούσε να πάρει μια ιδέα πώς τα πήγαιναν πριν τους αφήσει να την οδηγήσουν στην πίστα. Συνήθως ήταν της πόλης, ενώ εκείνοι στο άλλο μέρος ήταν του χωριού. Καλύτεροι στα βήματα –οι της πόλης–, αλλά αυτό που έπρεπε να προσέχεις δεν ήταν πάντα τα πόδια τους. Ήταν από πού ήθελαν να σε πιάσουν. Καμιά φορά αναγκαζόταν να τους προειδοποιήσει αυστηρά και να τους πει τι θα τους έκανε αν δεν έπαιρναν τα κουλά τους. Τους πληροφορούσε ότι είχε πάει εκεί για να χορέψει και είχε πληρώσει μόνη της για να το κάνει. Επιπλέον, ήξερε πού να τους ρίξει την μπουνιά. Αυτό τους έλυνε τις απορίες. Καμιά φορά ήταν καλοί χορευτές και κατάφερνε να διασκεδάσει. Έπειτα, όταν έπαιζαν τον τελευταίο χορό, το έσκαγε για το σπίτι.

Δεν ήταν σαν μερικές, έλεγε. Δεν είχε σκοπό να την τσακώσουν.

Τσακώσουν. Όταν το είπε αυτό, είδα ένα μεγάλο συρματόπλεγμα να κατεβαίνει, κάτι σατανικά πλασματάκια να το τυλίγουν και να το ξανατυλίγουν γύρω σου και να σε πνίγουν για να μην μπορέσεις ποτέ σου να βγεις. Κάτι τέτοιο πρέπει να είδε η Σέιντι στο πρόσωπό μου, γιατί είπε να μη φοβάμαι.

«Τίποτα στον κόσμο δεν υπάρχει να φοβάσαι, μονάχα πρόσεχε τον εαυτό σου».

«Μιλάτε πολύ με τη Σέιντι» είπε η μητέρα μου.

Ήξερα ότι κάτι ερχόταν κι έπρεπε να φυλαχτώ, αλλά δεν ήξερα τι.

«Τη συμπαθείς, έτσι δεν είναι;»

Είπα ναι.

«Και βέβαια τη συμπαθείς. Κι εγώ το ίδιο».

Είχα την ελπίδα πως αυτό θα ήταν όλο και για μια στιγμή πίστεψα πως ήταν.

Και τότε: «Εσύ κι εγώ δεν περνάμε και τόσο χρόνο μαζί τώρα που έχουμε τα μωρά. Δεν μας αφήνουν πολύ χρόνο, έτσι δεν είναι;Τα αγαπάμε όμως, ε;»

Ναι, είπα αμέσως.

«Αλήθεια;» είπε.

Δεν θα σταματούσε μέχρι να πω αλήθεια, κι έτσι το είπα.