Στα δεκαεννιά του ο Ρεμπώ κλείνει τους λογαριασμούς του με την ποίηση. Μια μηχανή φτιαγμένη ίσως να τρέχει με εκατό ή το πολύ με διακόσια, ο Ρεμπώ την τρέχει με χίλια και την καίει στα είκοσί του χρόνια. Τερματίζει πάντως πρώτος και αλλάζει την εικόνα και την πορεία της ποίησης. Ρεμπώ: ένα πρόσωπο στην αχλή του μύθου. Το μόνο ολοκάθαρο, η αστραπή της ποίησής του. "Μια εποχή στην κόλαση": ένα κείμενο αναμφίβολα διαχρονικό, αλλά ιδιαίτερα κοντινό στην εποχή μας. Σήμερα που όλα παγκοσμιοποιούνται κι οι αποχρώσεις σβήνουν στη μεταμοντέρνα ύφεση και αφωνία, το "Μια εποχή στην κόλαση" ίσως να είναι το κατεξοχήν όχημα για μια καινούργια περιπέτεια, κολασμένη ή παραδείσια, διόλου πάντως χλιαρή και γκρίζα. Ένα κείμενο που δεν εντάσσεται πουθενά: ποίηση, μαρτυρία, αφήγημα, θεατρικός μονόλογος, φιλοσοφικό δοκίμιο, αυτοβιογραφία, χρονικό, ποιητική τέχνη, εξομολόγηση, ασκητική, προφητεία. Όλα αυτά, και τίποτα απ' όλα αυτά. [...]

Το ακούσαμε, το αγαπήσαμε και σας το προτείνουμε...

Ακολουθεί κείμενο του Στέφανου Τσιτσόπουλου από την Athens Voice με τίτλο "Ο Ρεμπώ στην Καλάρη"

"Τις φετινές γιορτές τον έλιωσα το διπλό δίσκο του για τον Ρεμπώ. Και τον προσκύνησα για άλλη μια φορά αυτόν τον κύριο. Παρένθεση: Στη Θεσσαλονίκη είναι πολύ δύσκολο την ίδια ώρα που είσαι φίλος με κάποιον, τρακάρετε στις βόλτες ή στα μπαρ, να αντιλαμβάνεσαι ταυτόχρονα και το καλλιτεχνικό του μεγαλείο, την ανωτερότητά του, να μπορείς να ξεχωρίζεις το φίλο από το δημιουργό. Να τον τιμάς, δηλαδή, ασχέτως αν είναι κομμάτι της καθημερινότητάς σου ο τύπος που ανταμώνεις. Σε αυτή την πόλη όλοι πρέπει να είναι στο ίδιο ύψος λέει ο κανόνας, αν θέλεις να επιβιώσεις. Όμως η περίπτωση Χριστιανάκη είναι από τις λίγες όπου και ο πιο μπαγιάτης και κακόπιστος όχι μόνο μετράει τα λόγια του αλλά και τον παραδέχεται ως σχέδιο από άλλο πλανήτη.

Ξεκινάει η συνέντευξη. «Διάβασα Ρεμπώ πρώτη φορά στα 21 με τρόπο πλάγιο, εντελώς μετεφηβικά, γοητευμένος κι εγώ από τη μυθολογία του καταραμένου περιθωρίου. Δεν περνούσε από το μυαλό μου πως ο τύπος αυτός ίπτατο πάνω από το συμβολισμό και το ρομαντισμό, τους μπίτνικ, το πανκ, το ρεαλισμό, και όλα αυτά που θα ανακάλυπτα αργότερα ωριμάζοντας. Το ’84 μου μπήκε στο μυαλό να τον μελοποιήσω και άρχισα να το κάνω σαν εσωτερική άσκηση για μένα πιο πολύ. Τέσσερις φορές έγραψα κι έσκισα παρτιτούρες μέχρι τον Φεβρουάριο του 2011, που μπήκα στο στούντιό μου και, όταν βγήκα τον Απρίλιο, το είχα ολοκληρωμένο. Μετά άφησα το μέσα μου αλλά και τις παρτιτούρες να καταλαγιάσουν, μέχρι να το πάρω απόφαση πως ήμουν έτοιμος να το δισκογραφήσω. Όλες αυτές τις δεκαετίες μπόρεσα να αποκωδικοποιήσω κάποια πράγματα από το έργο του και το αυτόφωτο της ύπαρξής του σε μια εποχή όπου στάθηκε ενδιάμεσος στην πάλη της εκκλησίας εναντίον της επιστήμης, του καινούργιου δαίμονα. Με ξελαμπίκαρε η μετάφραση του Λιοντάκη, που τον προσέγγισε εξαιρετικά καταφέρνοντας να αναπλάσει τις άπειρες εικόνες του. Επιτέλους ο αναγνώστης διαβάζει το έργο και τον ποιητή αντί για το μεταφραστή μέσα από τον ποιητή, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές με τις μεταφράσεις. Είναι η πιο αυστηρή δουλειά που έχω κάνει ως τώρα. Όταν οι μουσικοί μπήκαν στο στούντιο δουλέψαμε πάνω σε ένα απόλυτα ελεγχόμενο πλαίσιο, αν και παρόλο το σφιχτό του πράγματος η κλάση τους αλλά και η εμπιστοσύνη από πλευράς μου τους επέτρεψε να κινηθούν αυτοσχεδιαστικά. Ως προς το κομμάτι της απαγγελίας και θέλοντας από την αρχή κάτι λιτό και δωρικό ήταν αναπόφευκτο αυτόν το ρόλο να τον αναθέσω στον Γιάννη Αγγελάκα».

Το «Μια εποχή στην κόλαση» θεωρώ πως είναι για τη Θεσσαλονίκη κάτι περισσότερο από μια δεξιοτεχνική και άριστη μουσική δουλειά. Το καλαίσθητο ένθετο-βιβλιαράκι με τους στίχους που δικαιολογεί τον ορισμό του conceptual δίσκου, η συνομοταξία των άριστων μουσικών και η κυκλοφορία του από τη δισκογραφική Alltogethernow ξαναδημιουργούν για την πόλη μια καινούργια μυθολογία και ένα νέο ιστό αφήγησης για το πώς μια παρέα ανθρώπων που πάντα βάδιζε παράλληλα με την εποχή ζώντας όμως ταυτόχρονα και τη φρενίτιδά της, είτε στα καλά είτε στα άσχημα, μπορεί να υπάρχει, να δημιουργεί, να γλεντάει και να δείχνει ένα δρόμο ύπαρξης χωρίς να καταφύγει σε ευκολίες. Και για να παραφράσω τον Ρεμπώ, σε ένα τώρα όπου οι άγιοι δείχνουν κραταιοί ενώ οι καλλιτέχνες και οι αναχωρητές κάθε είδους πετροβολούνται ως αχρείαστοι, αυτή η δουλειά του Γιώργου Χριστιανάκη μοιάζει να πατάει το διακόπτη και να πέφτει ξαφνικά στην πόλη-δωμάτιο ένα άπλετο φως που ξαναχαρίζει όνειρα και ευκρίνεια."

 
: Elvis Presley - Santa Claus Is Back In Town