Στον πρόλογό του στη Δεσποινίδα Τζούλια(1888), ο Στρίντμπεργκ αποκαλεί τους ήρωές του ψυχές που δεν έχουν χαρακτήρα, αλλά είναι φτιαγμένοι από παλιές και τωρινές ζώνες πολιτισμού, αποσπάσματα από βιβλία και εφημερίδες, αποφάγια της ανθρωπότητας, κομμάτια υφάσματος που κόπηκαν από όμορφα ρούχα κι έγιναν κουρέλια, μπαλωμένα όλα μαζί, όπως η ανθρώπινη ψυχή. Τα έργα του Στρίντμπεργκ ανατρέπουν τις μέχρι τότε, ίσως και τις μέχρι τώρα, προσεγγίσεις κειμένου από τους ηθοποιούς και τις φόρμες σκηνικής παρουσίασης από τους σκηνοθέτες..Ο ίδιος τα χαρακτηρίζει σαν μια: δοκιμή αναμόρφωσης του δράματος σε μορφή συνταιριασμένη με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής κι εκθέτει λεπτομερέστατα και πολύ πειστικά, στον πρόλογό του στη Δεσποινίδα Τζούλια, το πώς την εννοεί και πώς μπορεί να γίνει αυτή η αναμόρφωση της σημερινής δραματικής τέχνης.

Είναι το μικρότερο αλλά ίσως το πιο αξιοσημείωτο απ’ τα δράματα του Στρίντμπεργκ. Είναι μια τραγωδία σε μια πράξη που γίνεται στην κουζίνα ενός εξοχικού σπιτιού ένα βράδυ του μεσοκαλόκαιρου. Ο αρραβώνας της Δεσποινίδας Τζούλια μ’ έναν νέο της καλής τάξης έχει χαλάσει. Αρνείται να συνοδεύσει τον πατέρα της στους συγγενείς τους, μένει στο κτήμα και γιορτάζει την νύχτα του μεσοκαλόκαιρου με τους χωρικούς και το υπηρετικό προσωπικό. Μια αρχαία διονυσιακή γιορτή που δέθηκε με την γιορτή γέννησης του Ιωάννη του Βαπτιστή. Η Δεσποινίς Τζούλια διασκεδάζει προσβάλλοντας υπηρέτες και χωρικούς, ιδιαίτερα τον Ζαν, τον υπηρέτη του πατέρα της. δίχως να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της προσβολής.
Έτσι από μια ''ασήμαντη αφορμή'' ξεκινάει ένα ανελέητο παιχνίδι που ξεγυμνώνει την ανθρώπινη φύση μέχρι τα ενδόμυχα της ψυχής. Δίχως σεβασμό, δίχως έλεος, τρεις ανθρώπινες υπάρξεις συγκρούονται σκορπίζοντας τα ηθικά, κοινωνικά, θρησκευτικά, πολιτικά, πνευματικά και ψυχικά θρύψαλα γύρω τους και στην προσπάθεια να τα περισυλλέξουν ξεσκίζει ο ένας την σάρκα του άλλου ξεδιάντροπα, άγρια, βίαια.
Πρέπει να είσαι έτοιμος να καείς στην ίδια σου τη φλόγα: πώς να ξαναγεννηθείς αν δεν γίνεις πρώτα στάχτη; (Τάδε έφη Ζαρατούστρα, Nietshe Friedrich)