Είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με το συγγραφέα του βιβλίου Ουτοπία Κρυμμένη στο σώμα της πόλης. Ο μουσικός κόσμος του Μίκη Θεοδωράκη και η εποχή του, Ανδρέα Μαράτο, ο οποίος μας μίλησε για το βιβλίο του, για το Μίκη Θεοδωράκη, για το πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με τη ζωή και το έργο του και για τα σχέδιά του.

Της Δήμητρας Νικολάου


Πώς προέκυψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον σας για τη συγγραφή;

Είναι μία βαθύτερη ανάγκη που νομίζω ότι προέκυψε σχετικά νωρίς, αλλά δεν αποφάσιζα να τη δημοσιοποιήσω. Πάντα έγραφα κάτι, ποιήματα, ιστορίες, κείμενα, σχολιασμούς της καθημερινότητας, σκέψεις μου. Κάποια στιγμή για τις ανάγκες της πτυχιακής μου στην Καλών Τεχνών αποφάσισα να γράψω αλληγορικές ιστορίες, παραμύθια για μεγάλους, τα οποία ήταν και τα πρώτα βιβλία που έστω και με τον τρόπο της αυτοέκδοσης μπόρεσα να βγάλω προς τα έξω. Τα διαθέτει μάλιστα ο IANOS στα βιβλιοπωλεία του.

 

Θα θέλαμε να μας μιλήσετε για το νέο σας βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IANOS, με τίτλο Ουτοπία κρυμμένη στο σώμα της πόλης. Ο μουσικός κόσμος του Μίκη Θεοδωράκη και η εποχή του. Είναι αποτέλεσμα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για το έργο του μεγάλου μας συνθέτη;

Ακριβώς έτσι. Είναι αποτέλεσμα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, μάλλον είναι αποτέλεσμα μίας σχέσης ζωής με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, που ξεκινάει από πολύ νωρίς για μένα, δηλαδή από τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια. Ακούγοντας τυχαία την ηχογράφηση μίας συναυλίας της Μαρίας Φαραντούρη, μαγεύτηκα από τη φωνή και από την άμεση επίδραση που είχε επάνω μου-μία επίδραση που μόνο η μουσική μπορεί να προκαλέσει στο σώμα, στο μυαλό και στο συναίσθημα. Έτσι άρχισε η μύησή μου στο μουσικό αυτό κόσμο. Από τότε νομίζω ότι έχω δεθεί βαθιά με το έργο, αφού έχει συνδεθεί με προσωπικά μου βιώματα, αλλά και με όλη την αντίληψή μου για τον κόσμο και την κοινωνία.

 

Ποια ήταν η αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Η αφορμή ήταν το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών, το οποίο παρακολουθούσα. Πρόκειται για ένα Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ένα πολύ αξιόλογο πρόγραμμα, με τίτλο “Αρχιτεκτονική - Σχεδιασμός του Χώρου: Κατεύθυνση Α- Σχεδιασμός- Χώρος- Πολιτισμός”. Είναι ένα θεωρητικό μεταπτυχιακό, δηλαδή δεν αναφέρεται μόνο στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, αλλά δίνει στο διδασκόμενο τη δυνατότητα να μελετήσει το χώρο και την πόλη από φιλοσοφικής, κοινωνιολογικής και ιστορικής πλευράς. Με αφορμή λοιπόν το μεταπτυχιακό και την προσωπική μου καταβύθιση σε τομείς σχετικά άγνωστους για μένα μέχρι τότε, μπόρεσα να βρω τους αρμούς, δηλαδή τις συνδέσεις με αυτό που πάντα αγαπούσα, το έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Έτσι προέκυψε το βιβλίο.

 

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι θεματικές ενότητες του βιβλίου σας είναι κατά κάποιον τρόπο ασύνδετες στα μάτια κάποιου μη ειδικού. Εντούτοις δεν είναι. Το αντιλαμβανόμαστε σωστά;

Πράγματι, μοιάζουν ασύνδετες, δεν είναι όμως. Θα σας εξηγήσω γιατί. Η ιστορία αποτυπώνεται στα βιώματα των ανθρώπων. Είναι πολύ δύσκολη η κατανόηση της σχέσης βιώματος – ιστορίας, αλλά είναι μία σχέση βαθιά και διαρκής. Αποτύπωμα λοιπόν αυτής της σχέσης είναι πάντα η πόλη, με την υλική της διάσταση, με την εικόνα της, τη φυσιογνωμία της, το πώς ζουν οι άνθρωποι, τι νοοτροπίες καλλιεργούνται μέσα της. Το έργο του Μίκη είναι τόσο συγκλονιστικό σε ένταση και σε βάθος, που άλλαξε τους ρυθμούς αυτής της πόλης. Έγινε τραγούδι, τραγουδήθηκε σε διαδηλώσεις, στα σπίτια των ανθρώπων, στα καφενεία, σε ταινίες, σε συναυλίες. Ο Μίκης μπόρεσε σαν πορθητής να μπει σε χώρους που θεωρούνταν άβατο γι' αυτή τη μουσική. Μπόρεσε να μεταμορφώσει σε χώρους συνάντησης του έργου του με το κοινό του ακόμα και τα γήπεδα!

 

Θεωρείτε το βιβλίο σας μία ιδιότυπη μορφή βιογραφίας του μεγάλου μας συνθέτη; Είναι κατά κάποιο τρόπο ένα βιογραφικό βιβλίο;

Όχι δεν είναι έτσι. Και μάλιστα αυτό το όχι σας το λέω και συνειδητά. Υπάρχει σαφώς το βιογραφικό στοιχείο στο βιβλίο, διότι δε γίνεται να μιλά κανείς για την τέχνη και να αδιαφορεί για το δημιουργό και για τις συνθήκες δημιουργίας του έργου του. Επομένως, σίγουρα το βιβλίο εμπεριέχει βιογραφικά στοιχεία. Όπως ακριβώς μπήκε η πόλη στο παιχνίδι, η ιστορία, η μνήμη, ο χώρος, με τον ίδιο τρόπο, νομίζω διαγώνια, το βιβλίο διατρέχει και βιογραφικά στοιχεία από τη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Κυρίως για να αναδείξει μία διάσταση που εμένα με συγκινεί και με συγκλονίζει πάντα: πόσο διαισθητικά στέκεται η τέχνη του Θεοδωράκη, σ'αυτό που πρόκειται να συμβεί. Δηλαδή, αυτή τη μαγεία η τέχνη, η υψηλή τέχνη να γίνεται παλμογράφος μίας ολόκληρης εποχής.

 

Κατά πόσο πιστεύετε ότι οι νέοι είναι κοντά στο Μίκη Θεοδωράκη σήμερα;

Θα σας έλεγα ότι είναι μία δύσκολη σχέση για πολλούς λόγους: Το θεοδωρακικό έργο πιστεύω πως χρεώθηκε ενοχές και αμαρτίες άλλων, δηλαδή έναν βερμπαλισμό εύκολο και άσφαιρο της μεταπολίτευσης τον χρεώθηκε ένα πολύ υψηλό έργο τέχνης. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι η δεκαετία του '60 άφησε μία αίσθηση ανικανοποίητου γιατί ξεκίνησε με μία ορμή τεράστια, για μεγάλες αλλαγές που δεν ευοδώθηκαν εξαιτίας της χούντας. Έτσι, ενώ παράλληλα το έργο του Θεοδωράκη προχωρούσε αισθητικά και ποιοτικά, ο κόσμος είχε ανάγκη να φυλάξει στη μνήμη του τα τραγούδια που είχαν προηγηθεί της χούντας. Μοιάζει η εποχή σιγά σιγά, ενώ την αφουγκράζεται πολύ καλά το θεοδωρακικό έργο, να μην παρακολουθεί με την ίδια ζέση τις νέες του δουλειές, από τη μεταπολίτευση και μετά δηλαδή. Εν τω μεταξύ, έρχεται και η παγκόσμια γλώσσα ορμητική να επιβάλλει νόρμες (όχι ότι δεν έχει η ίδια πολύ αξιόλογα μουσικά πράγματα να μεταδώσει). Αλλά έρχεται να επιβάλλει μία γλώσσα που θέλει να κυριαρχήσει. Το μεγάλο κακό νομίζω ότι το έκανε μία πλαστή αίσθηση του lifestyle. Οπότε πραγματικά οι γέφυρες με τις νέες γενιές μοιάζουν να έχουν κοπεί, θεωρώ όμως όχι οριστικά. Είναι πολύ μεγάλη η συγκίνηση που διαπιστώνει κανείς στις συναυλίες. Οι συναυλίες του Θεοδωράκη δεν είναι μόνο νοσταλγία, είναι και ενεργοποίηση μνήμης. Δηλαδή ο ακροατής ξαφνικά είναι σαν να μετέχει στο ξύπνημα μίας συλλογικής μνήμης. Οπότε νομίζω ότι πρώτον είναι μία σχέση έντονη που θα αντέξει στο χρόνο και δεύτερον μία σχέση που υπόσχεται πάντα νέες ακροάσεις.

 

Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σύγχρονη εποχή;

Νομίζω ότι η εποχή μας επιτάσσει αλλαγές και ίσως επαναστάσεις, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Και μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, παρόλο που ο μεταμοντερνισμός θέλησε να μας πείσει ότι η μεγάλη αφήγηση πέθανε, αυτό που αποδεικνύει η εποχή σήμερα είναι ότι επιβάλλεται ένα συνολικό πειστικό πολιτικό σχέδιο ανατροπής. Για μένα το επαναστατικό πρόταγμα είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

 

Ποια είναι η γνώμη σας για την Ελλάδα σήμερα;

Διανύουμε μία νέα μεταπολίτευση στη χώρα μας με πολύ περίεργα χαρακτηριστικά, με μία δημοκρατία που μοιάζει συνεχώς να αποδεικνύει τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα της. Νομίζω ότι καταλύτης σε ό,τι γίνεται είναι ο κόσμος. Δηλαδή τίποτα δεν μπορεί να γίνεται ερήμην του. Πρέπει να δει την αλήθεια κατάματα γιατί πλέον το έργο παίζεται απροκάλυπτα. Ο κόσμος μοιάζει να αναζητά νέα σχήματα για να δείξει την οργή του και να μη βλέπει το μεγάλο κάδρο, ότι δηλαδή η κρίση που βιώνουμε είναι συστημική και βαθιά. Δημιουργείται μία ομοιομορφία στη σκέψη περίεργη και επικίνδυνη κατά τη γνώμη μου. Πιστεύω ότι όλα αυτά απαιτούν εγρήγορση. Είναι κρίσιμο και χρήσιμο να ξαναδιαβάσουμε τα πράγματα. Αλλιώς θα παραμείνει στο απυρόβλητο το πιο επικίνδυνο φαινόμενο το πολύ παλιό να μας πλασάρεται για πολύ νέο.

 

Επανερχόμενοι στο βιβλίο, θα θέλαμε να μας μιλήσετε για τον τίτλο του βιβλίου. Να μας τον εξηγήσετε.

Η Ουτοπία για μένα δεν είναι χίμαιρα, δεν είναι πλάνη, δεν είναι αυταπάτη, δεν είναι αστρολογικό όραμα. Να σας εξηγήσω όμως γιατί τη χρησιμοποίησα σαν όρο, έναν όρο που πιστεύω βαθιά. Η ουτοπία είναι αυτό το οποίο η νέα τάξη πραγμάτων έχει στερήσει από τον κόσμο, δηλαδή την πίστη στις μεγάλες αλλαγές. Άρα η ουτοπία για μένα είναι σαν ένας κρυμμένος σπινθήρας μέσα στην ύλη των πραγμάτων, τον οποίο ένας βομβαρδισμός εικόνας μας εμποδίζει να τον δούμε, δηλαδή να πιστέψουμε στη δύναμή μας. Επομένως με αυτή τη έννοια, ουτοπία είναι ο όχι ακόμα τόπος, δηλαδή κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί, απλά δε βλέπουμε ακόμα τον τρόπο.

 

Αν σταθούμε στο σώμα της πόλης, θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για την Αθήνα του σήμερα;

Πρόκειται για μία κακοποιημένη πόλη, συχνά απάνθρωπη με γωνιές όμορφες και διαδρομές μνήμης, με ένα ισχυρό φορτίο, μία δύσκολη πόλη που εγώ αγαπώ πάρα πολύ. Πάνω της αποτυπώνεται ό,τι έγινε στη μεταπολεμική ιστορία της χώρας. Ο βίαιος τρόπος με τον οποίο ο κόσμος από την επαρχία ήρθε στην πόλη, ο τρόπος που αυτή δομήθηκε, ο τρόπος που καλλιεργήθηκε ένας ιδιότυπος ατομισμός στη νοοτροπία του μέσου Έλληνα. Η μελέτη που πραγματοποίησα με βοήθησε να κατανοήσω πόσο βαθιά προσπάθησε να αλλάξει τα πράγματα το έργο του Θεοδωράκη, ιδίως στις νοοτροπίες και πώς αυτές υπόγεια δυστυχώς και ελπίζω πρόσκαιρα νίκησαν. Γιατί οι νοοτροπίες είναι αυτές που πάντα τελευταίες αποχωρούν από το προσκήνιο. Η πόλη είναι ο τόπος που μπορούμε να ξαναδούμε τα πράγματα αλλιώς και αυτό είναι κάτι που αποδεικνύεται συχνά στην πρόσφατη ιστορία.

 

Αν θέλαμε να ρωτήσουμε ποια είναι η ταυτότητα του Ανδρέα Μαράτου, τι θα μας απαντούσατε; Η βασική ιδιότητά σας ποια είναι; Η συγγραφή τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;

Η συγγραφική ιδιότητα δεν είναι μέχρι τώρα η κυριότερη. Αυτό δε σημαίνει ότι δε γράφω, δε διαβάζω, ή δεν έχω τη φιλοδοξία να γράψω και άλλα πράγματα, αλλά δε νομίζω ότι η συγγραφή είναι αυτό που με έχει χαρακτηρίσει μέχρι τώρα. Το βιβλίο είναι σίγουρα καρπός μίας βαθιάς ανάγκης. Είναι ένα βιβλίο απόλυτα ειλικρινές, στο οποίο εκτίθεμαι απόλυτα, σαν να είχα εκθέσει μία μεγάλη εικαστική τοιχογραφία. Θεωρώ τον εαυτό μου κυρίως ζωγράφο, αυτό εξηγεί τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, την οπτική μου. Βέβαια ξεκίνησα από άλλες σπουδές, έχοντας έφεση στις θετικές επιστήμες, σπούδασα φυσικός, δούλεψα χρόνια ως καθηγητής φυσικής και λάτρευα τη διδασκαλία.

Έχω αποκτήσει καταπληκτικές σχέσεις με ανθρώπους μέσα από αυτή τη διαδρομή. Πηγαίνοντας στη Σχολή Καλών Τεχνών και τελειώνοντάς τη, είπα στον εαυτό μου ότι ήρθε η ώρα να αφοσιωθώ στην τέχνη. Τώρα αυτό που ζητάω είναι μία συνάντηση τέχνης, φιλοσοφίας και ιστορίας. Αυτό με γοητεύει πολύ. Συμβαίνει και στη ζωγραφική και στα κείμενά μου.

 

Η μουσική τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;

Η αμεσότητά της στο συναίσθημα και στον τρόπο που σε βοηθά να επεξεργαστείς τα δεδομένα, δεν υπάρχει σε άλλη τέχνη. Για μένα, στα δύσκολα, στις ανατροπές, στις κοσμογονίες που έζησα, η μουσική ήταν πάντα οδηγός. Δηλαδή δεν μπορώ να περιγράψω την πρώτη φορά πώς μαγεύτηκα από τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη ή από το έργο του Μίκη Θεοδωράκη.. Ήταν σαν να ήρθε κάποιος και να μου είπε: “θα σε πάρω εγώ από το χέρι και θα σε βοηθήσω να χαράξεις έναν καινούριο δρόμο”.

 

Και η σχέση σας με τη ζωγραφική;

Η ζωγραφική είναι η μεγάλη μου αγάπη ήδη από τα παιδικά μου χρόνια, της είμαι δοσμένος και αφιερωμένος. Με το βιβλίο για παράδειγμα, όλη η περιπέτεια ξεκίνησε όταν αποφάσισα να αρχίσω έναν εικαστικό διάλογο με το έργο του Θεοδωράκη οποίος δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Αυτό θα είναι και το επόμενο βήμα μου. Να προσπαθήσω δηλαδή να αποδώσω και με την εικαστική γλώσσα την προσέγγιση που υποδείχνει το βιβλίο.

 

Μιλώντας μας για την καλλιτεχνική σας δραστηριότητα, θα θέλαμε να μας μιλήσετε για τη σχέση σας και τη συνεργασία σας με τον IANO.

Ήμουν πολύ τυχερός. Όλα έγιναν τόσο απρόσμενα. Έστειλα ένα αντίτυπο της εργασίας μου στον κ. Θεοδωράκη κι εκείνος αφού τη διάβασε και του κίνησε το ενδιαφέρον με κάλεσε να γνωριστούμε. Καταλαβαίνετε τη χαρά μου. Ο ίδιος με έφερε σε επαφή και με τον εκδότη του ΙΑΝΟΥ τον κ. Καρατζά. Ο ΙΑΝΟΣ λοιπόν μου έδωσε μια μοναδική ευκαιρία με την απόφαση της έκδοσης του βιβλίου. Στην πορεία αναπτύχθηκε μια εξαιρετική σχέση με τους ανθρώπους του και τους συνεργάτες του. Την Ξένια Αποστολίδου, την Άννα Θεοδόση, την Κατερίνα Δημάκη, τη Μαρία Θεοδωρίδου, τη Μαίρη Καραγιάννη, τον Ανδρέα Γεωργιάδη της Μικρής Άρκτου, την Ίριδα Κρητικού, τη Μαργαρίτα Μυτιληναίου. Καρπός αυτής της συνεργασίας, είναι το βιβλίο που με καλύπτει απόλυτα αισθητικά, η οργάνωση των παρουσιάσεών του, η συμμετοχή μου σε ομαδικές εκθέσεις στην Αίθουσα Τέχνης του ΙΑΝΟΥ. Ελπίζω κι εύχομαι τη συνέχισή της. Ο χώρος είναι τόσο φιλόξενος!

 

 
: Άγνωστο
: Άγνωστο