Το «Ιμαρέτ» αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μια κατάθεση στη διατήρηση και λειτουργία της κοινωνικής ιστορικής μνήμης. Μιας μνήμης που, χωρίς να αποστασιοποιείται εντελώς από αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε επίσημη καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, καταδύεται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, αφουγκράζεται τον παλμό των ιστορικών περιπετειών έτσι όπως βιώθηκαν από καθημερινούς ανθρώπους, αγγίζει μνημεία-σύμβολα μιας άλλης εποχής μακρινής, μα όχι ανοίκειας με τη δική μας, επισημαίνει το ζήτημα της ανάγκης ύπαρξης ανεκτικών κοινωνιών και φιλοσοφεί πάνω στο πέρασμα του πανδαμάτορος χρόνου.

Στο βιβλίο, μαζί με τη μυθοπλασία, παρακολουθούμε την τοπιογραφία μιας περιοχής της περιφέρειας, της Άρτας, η οποία μακριά από τα κέντρα των εξελίξεων ακολουθεί τη δική της ιδιόμορφη και ιδιαίτερη ιστορική πορεία σε χρόνια κρίσιμα, χρόνια μεταβολών και ανακατατάξεων εθνικών, κοινωνικών και πολιτιστικών. Ο 19ος αιώνας διανύει το δεύτερο μισό του, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συρρικνώνεται, ενώ ήδη με το Τανζιμάτ του 1839 και το Χάτι Χουμαγιούν του 1856 (σουλτανικά φιρμάνια) έχουν γίνει σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της ισονομίας των πολιτών και της παροχής ελευθεριών στους ραγιάδες, αν και οι αλλαγές καθυστερούν να φθάσουν στην περιφέρεια ή εφαρμόζονται κατά το δοκούν των τοπικών αρχόντων. Συνάμα το Ελληνικό Κράτος επιδιώκει να επεκταθεί (μέχρι το 1881 τα σύνορα βρίσκονται στη γραμμή Παγασητικού και Αμβρακικού Κόλπου), ενώ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι κοινωνικές δομές αναδιαρθρώνονται, και η θρησκευτική και η πολιτιστική συνείδηση, που μέχρι τότε ένωνε ή διαχώριζε τους λαούς, μετατρέπεται σταδιακά σε εθνική.

Συγχρόνως στο μυθιστόρημα αναβιώνει η ανθρωπογεωγραφία της περιοχής. Το Ρωμιοπάζαρο και το Τουρκοπάζαρο, οι εβραϊκές συνοικίες, τα χωριά των κολίγων, ο τρόπος είσπραξης του ίμορου (το μέρος της σοδειάς που λάβαιναν οι τσιφλικάδες), τα σχολεία Ελλήνων, Οθωμανών και Εβραίων, τα κοινά χαρακτηριστικά των τριών θρησκειών, όπως η Παλαιά Διαθήκη η οποία είναι σχεδόν ταυτόσημη, τα αρχοντικά και τα χαμόσπιτα, τα χαμάμ και οι καφενέδες, το θέατρο του δρόμου και οι χοροεσπερίδες, οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις των εμπόρων με πρόσχημα τις θρησκευτικές διαφορές, τα πορνεία και τα Καφέ Αμάν, οι ληστές στα βουνά και στον κάμπο, οι μπαντίδος (μάγκες), το λαθρεμπόριο, ο πετροπόλεμος, ο τούρκικος Καραγκιόζης (πιο διονυσιακός σε σχέση με τον Καραγκιόζη του μετέπειτα ελληνικού θεάτρου σκιών) και πολλά άλλα.

Στο μυθιστόρημα αναδεικνύονται και οι σχέσεις Εκκλησίας με τον λαό, μια πτυχή των οποίων ήταν οι αφορισμοί, αυτό το σκληρότατο μέτρο που έθετε σε πλήρη απομόνωση τον τιμωρούμενο, ενώ οι φοβερές κατάρες τον συνέθλιβαν συναισθηματικά. Επιπλέον, αναφέρονται συνήθειες, έθιμα, φορεσιές, ο τρόπος σκέψης των ανθρώπων, οι ιδιαιτερότητες κάθε φυλής και χαρακτηριστικά άγνωστα τα οποία αλλάζουν την παγιωμένη εικόνα για τους Οθωμανούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι κοίλαιναν τις ταφόπλακες να συγκρατείται το νερό για να πίνουν τα πουλιά.

Όλα τα παραπάνω συνενώνονται σε ένα πολύχρωμο λαογραφικό μωσαϊκό, προκειμένου να επιτρέψουν την είσοδο του αναγνώστη στην εποχή εκείνη και να κρίνει με βάση τα μέτρα και τα σταθμά που ίσχυαν τότε και όχι με τον τρόπο που σκεπτόμαστε σήμερα.

Η μυθοπλασία ξεκινά με έναν φόνο, τα κίνητρα του οποίου, καθώς και ο ένοχος, θα μείνουν ανεξιχνίαστα για πολλά χρόνια. Στη συνέχεια η σκυτάλη της αφήγησης παραδίδεται στον Λιόντο και στον Nετζίπ που παραθέτουν περιστατικά, καταστάσεις και γεγονότα, ο καθένας απ’ τη δική του σκοπιά, έτσι ώστε να φανεί η αλήθεια του «άλλου». Διηγούνται όσα έζησαν σε ήρεμους χρόνους, αλλά και σε καιρούς εντάσεων και στον απόηχο πολεμικών γεγονότων, αφού κατά την εν λόγω χρονική περίοδο έχουμε τρεις επαναστάσεις· 1854, 1866 και 1878.

Στις αφηγήσεις τους τα παιδικά παιχνίδια και οι δοκιμασίες, οι σκανδαλιές και οι φάρσες στον διά βίου ορκισμένο εχθρό τους τον Φάσγανο, η φιλία τους με τους δίδυμους Εβραίους Γιοσέφ και Μεναχέμ, η ενηλικίωση, ο έρωτας (με απρόσμενη εξέλιξη και για τους δύο), η καθημερινότητα.

Πολλοί χαρακτήρες παρελαύνουν στις σελίδες του μυθιστορήματος. Οι πρωταγωνιστές είναι όλοι μυθοπλαστικά πρόσωπα, ενώ πολλοί δευτεραγωνιστές πραγματικά πρόσωπα της εποχής, όπως ο τσιφλικάς Καραπάνος που κατείχε το 75% της καλλιεργήσιμης γης στον Νομό Άρτας ή ο Βασιλιάς Γεώργιος, ο οποίος ζήτησε κατά την επίσκεψή του να του βρει ο δήμαρχος γυναίκα (αληθινό περιστατικό). Εκτός απ’ τον Λιόντο και τον Nετζίπ βλέπουμε τις μορφές των δύο μανάδων, της Αγνής και της Σαφιγιέ, που το μητρικό τους φίλτρο υπερίσχυσε κάθε εθνικιστικού ή θρησκευτικού φανατισμού· τη σαγηνευτική Καλίλα, η οποία γυρίζει με την ομάδα του Μααρούφ χορεύοντας και δίνοντας παραστάσεις στα Καφέ Αμάν, σειρήνα του πάθους και αιώνια ενσάρκωση του ερωτικού πόθου· τον Μπεχζάτ, το πρότυπο του ελεύθερου ανθρώπου και της δημιουργικής έκφρασης· την Αναστασία και την Αγγελινή που διαρρηγνύουν τις διαχωριστικές φυλετικές γραμμές.

Προεξάρχων του χορού των ηρώων ο θυμόσοφος παππούς Ισμαήλ, του οποίου κάθε κουβέντα αποτελεί απόσταγμα σοφίας, ενώ στέκεται πέρα από τα πάθη και τις μισαλλοδοξίες, ανατέμνει τη ζωή που πέρασε, εκτιμά τη ζωή που θα ’ρθει και υπομένει τις αλλαγές με στωικότητα και γνώση.

Άραγε ποια είναι η γνώση της ζωής, που απέκτησε ο αιωνόβιος (και αθυρόστομος ενίοτε) Ισμαήλ μπέης; Όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο, η γνώση της ζωής ταυτίζεται με τη συνειδητοποίηση του θανάτου και της ασημαντότητάς μας. «Κάθε μάνας γέννα, πεσκέσι του θανάτου», λέει ο παππούς Ισμαήλ. Κοντολογίς, όλη η ύπαρξή μας είναι ένα στιγμιαίο πέρασμα μπροστά στον αδηφάγο χρόνο και στη ροή του ποταμού της ανθρώπινης ιστορίας. Η διαπίστωση όμως αυτή, της ανθρώπινης ματαιότητας, τον οδηγεί και στην καταδίκη της ματαιοδοξίας. Βαθύτατα ανθρωπιστής διακηρύσσει: «Ένα ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής, που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει ν’ απολαύσουμε και να χαρούμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε. Το μοιράσαμε, είπαμε “αυτός ο τόπος δικός μας, εκείνος δικός σας” κι ύστερα ορμήσαμε ο ένας στον τόπο του άλλου, χωρίς να νογάμε ότι δεν ανήκει σε κανέναν. Μας άφησε ο Θεός αυτό το ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί όπου ανήκει, στο χώμα».

Το «Ιμαρέτ», συνεπώς, είναι και μια σπουδή πάνω στην ύβρη, με την αρχαιοελληνική έννοια της αλαζονείας. Μέσα από τους ήρωες και τη μυθοπλασία εμφανίζεται η υπερφίαλη συμπεριφορά του ανθρώπινου είδους, που, λησμονώντας τη μοναδική βεβαιότητα της ζωής, τον θάνατο, δηλητηριάζει την έτσι κι αλλιώς σύντομη ύπαρξή του με μικροπρεπείς συμπεριφορές, αδικίες, έχθρες και πάθη. Επίσης είναι μια καταδίκη του φανατισμού, της απληστίας και του τυφλού μίσους, κύριοι εκφραστές των οποίων στο μυθιστόρημα είναι ο Φάσγανος και ο Ντογάν.

Να σημειώσω και τη συμβολική ή μεταφορική αξία ορισμένων ονομάτων των ηρώων: Αγνή-αγνότητα, Αναστασία-ανάσταση, Φάσγανος-ξίφος-μαχαίρι αλλά και παμφάγος, Ντογάν-γεράκι.

Άρτα, λοιπόν, 1854-1882. Τρεις κοινότητες, 1.000 οικογένειες Ελλήνων, 160 Εβραίων και 250 Οθωμανών καταφέρνουν, σε πείσμα των όποιων εξουσιών απεργάζονται τη διχόνοια και παρά τις διαφορές τους, να συνυπάρξουν και ν’ αναπτύξουν στέρεες σχέσεις φιλίας. Δεν απουσιάζουν και οι ακραίες συμπεριφορές εθνικιστικής μισαλλοδοξίας, που όμως δεν αποτελούν αποκλειστικό γνώρισμα μιας κοινότητας. Κάτω από το καθεστώς μιας πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι άνθρωποι ζουν και πεθαίνουν, ονειρεύονται και ελπίζουν, ερωτεύονται και βασανίζονται, όλοι αδιακρίτως, χωρίς όμως να φέρουν το στίγμα του μισητού «άλλου».

Αν η Ιστορία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του παππού Ισμαήλ, κάνει ομόκεντρους κύκλους, και εάν θα έπρεπε να διδαχτούμε κάτι από αυτήν που θα δώσει σημασία στην κατά τα άλλα ασήμαντη ζωή μας, είναι η ανεκτικότητα και η ανθρωπιά.

 

Γιάννης Καλπούζος

 
: Άγνωστο
: Άγνωστο