x
NEW IANOS E-SHOP
Δείτε το νέο site του ΙΑΝΟΥ
 
 

Διαβάστε αποκλειστικά το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου.

Σε λιγότερο από δέκα μέρες θα κυκλοφορήσει το τρίτο αλλά αυτοτελές μέρος της συναρπαστικής τριλογίας του Μαρτσέλο Σιμόνι, φυσικά από τις εκδόσεις Αιώρα. Ο λαβύρινθος στην άκρη του κόσμου ξετυλίγεται μέσα στο βαθύ σκοτάδι του Μεσαίωνα, εκεί που η γνώση διαχωρίζεται σε χρηστή και διαβολική. Η Φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη θεωρείται απαγορευμένο βιβλίο, η επιστήμη βρίσκεται σε σύγκρουση με τη θεολογία και τα τάγματα της καθολικής εκκλησίας ισοπεδώνουν πόλεις και σπέρνουν τον θάνατο.
Ένας χρυσοκέντητος αστρολογικός μανδύας και το ανεκτίμητο αντίτιμό του, καθώς και μια σειρά στυγερών φόνων αναγκάζουν τον Ιγνάθιο του Τολέδου, έμπορο βιβλίων και ιερών λειψάνων, να συνταξιδέψει με έναν εξόριστο καθηγητή ιατρικής και τον  προστατευόμενό του, ο οποίος ακούει στο όνομα Θωμάς Ακινάτης. Στο κατόπι τους, ένας αμείλικτος Γερμανός ιεροεξεταστής, που στέλνει στην πυρά κάθε αιρετικό, κι ένας ιππότης, που εκτελεί ανελέητα τα θύματά του, θα τους καταδιώξουν μέχρι τη Σικελία και την Αυλή του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β', όπου κρύβεται η επικίνδυνη αλήθεια.

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου:

Παρίσι, νύχτα της 26ης Φεβρουαρίου

Ο ΣΙΖΕ ΚΟΙΤΑΞΕ ΠΑΛΙ ΠΙΣΩ. Κάποιος τον ακολουθούσε. Ήταν μια επιβλητική φιγούρα, τυλιγμένη σ’ έναν κουρελιασμένο μανδύα. Είχε αντιληφθεί αυτόν τον άντρα λίγα λεπτά νωρίτερα, καθώς κατηφόριζε τον λόφο Σεντ Ζενεβιέβ με κατεύθυνση το Ιλ ντε λα Σιτέ και επειδή φοβόταν μήπως του επιτεθεί, αποφάσισε να επιταχύνει το βήμα του. Εκτός απ’ αυτόν τον άνθρωπο δεν υπήρχε ψυχή στο δρόμο, παρά μόνο κάποιοι αρουραίοι που πετάγονταν στα ξαφνικά από σωρούς σκουπιδιών – παντού βρομιές, θλιβερά απομεινάρια από το ξεφάντωμα του Καρναβαλιού.

Σήκωσε την κουκούλα της κάπας του για να προστατευτεί από το κρύο και σε μια στροφή ξανακοίταξε πίσω του. Ο άντρας με τον μανδύα τον πλησίαζε όλο και περισσότερο. Τι ήθελε και τον κάλεσε αυτός ο αβάς του Σεν Βικτόρ! Ο Σιζέ ήταν καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο, αλλά όχι τόσο πλούσιος ώστε να αρνηθεί να επισκεφθεί ασθενή μετά τη δύση του ηλίου, κυρίως δε αν ο ασθενής αυτός πλήρωνε αδρά. Εκτός από ένα αφέψημα από θρούμπι κι ένα κατάπλασμα για τα πρησμένα πόδια, ο γέρος αβάς απαιτούσε και μια γερή δόση υπομονής. Ο Σιζέ απεχθανόταν τη γκρίνια των ηλικιωμένων και κάθε φορά που ερχόταν σε επαφή με τέτοια άτομα μετάνιωνε που δεν είχε επιλέξει το επάγγελμα του πατέρα του, ο οποίος κατασκεύαζε βιτρό για καθεδρικούς ναούς πάνω από σαράντα χρόνια.

Ο άντρας με τον μανδύα δεν το έβαζε κάτω. Σερνόταν πεισματικά, στηριζόμενος μονάχα στο δεξί του πόδι. Ο καθηγητής υπέθεσε πως ήταν τραυματισμένος, όταν άξαφνα συνειδητοποίησε ότι του έκανε νόημα να σταματήσει και ο νους του πήγε στο χειρότερο. Πανικοβλημένος, έστριψε αριστερά και διέσχισε ένα λασπωμένο στενοσόκακο, μέχρι που έφτασε σ’ έναν αμπελώνα και κρύφτηκε εκεί.

Προχωρούσε σκυφτά ανάμεσα στ’ αμπέλια κι όταν σιγουρεύτηκε ότι ο άγνωστος είχε χάσει τα ίχνη του, το έβαλε στα πόδια με κατεύθυνση την Γκραν Ρι. Ήξερε πολύ καλά αυτές τις συνοικίες. Οι μοναχοί της μονής του Αγίου Ιακώβου θα τον βοηθούσαν, αν χρειαζόταν. Μόλις όμως πλησίασε στο μοναστήρι, συνειδητοποίησε ότι δεν κινδύνευε πια – ο άντρας με τον μανδύα είχε εξαφανιστεί.

Κοντοστάθηκε και στηρίχτηκε σ’ έναν τοίχο ασθμαίνοντας. Το μέτωπό του έσταζε ιδρώτα και τα πόδια του τον πονούσαν. Είχε χρόνια να τρέξει. Κοίταξε επανειλημμένως πίσω του, από φόβο μήπως τον γελούσαν τα μάτια του. Είχε στ’ αλήθεια καταφέρει να ξεφύγει και τώρα μπορούσε να επιστρέψει ανενόχλητος στο σπίτι του.

Αναστέναξε βαθιά και διέσχισε την Γκραν Ρι προς τις όχθες του Σηκουάνα, γλιστρώντας ανάμεσα στις λάμψεις των πυρσών που κρέμονταν στους τοίχους, ενώ ο δρόμος απλωνόταν μπροστά του όλο και πιο φαρδύς και καθαρός. Ένιωθε όμως να τον κυριεύει η αγωνία. Ποιος να ’ταν άραγε αυτός ο άντρας; Τι να γύρευε; Προσπάθησε να το ξεχάσει, φέρνοντας στο μυαλό του τις υποχρεώσεις που είχε την επόμενη μέρα. Ήταν η τελευταία μέρα του Καρναβαλιού, αλλά εκείνος θα παρέδιδε μάθημα και θα συναντούσε τον αγαπημένο του φοιτητή, τον Μπερνάρ, που κόντευε να αποφοιτήσει.

Βυθισμένος σε τούτες τις σκέψεις έφτασε στη Ριβ Γκος. Λίγο πιο πέρα κυλούσαν τα νερά του Σηκουάνα, πίσω από κάτι χαμόσπιτα χτισμένα επάνω σε μια πέτρινη γέφυρα, την Πτι Πον. Ο Σιζέ τη διέσχισε ως τη μέση, ακούγοντας το σιγανό κελάρυσμα του νερού, και σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα φαγωμένη από την υγρασία. Επιτέλους είχε φτάσει στο σπίτι του. Πριν να μπει μέσα, ατένισε το Ιλ ντε λα Σιτέ που έμοιαζε με μεγάλο πλοίο καταμεσής του ποταμού. Η καρδιά του Παρισιού! Εκεί ορθωνόταν ο Καθεδρικός της Νοτρ Νταμ καθώς και η καθεδρική σχολή,* όπου μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς διάσημα ονόματα – όπως τον Ρολάνδο της Κρεμόνα, τον δομινικανό θεολόγο από την Ιταλία–, περίφημους πανεπιστημιακούς που σίγουρα δεν αναγκάζονταν να καταφύγουν σε άθλια τερτίπια  για να ζήσουν.

Κι εκείνος όμως ήταν καθηγητής! Και δεν υστερούσε σε τίποτε από τους υπόλοιπους, επειδή δεν ήθελε να γίνει ιερέας ή επειδή υπηρετούσε μια επιστήμη που οι θεολόγοι έβλεπαν με κακό μάτι. Ό,τι και να έλεγαν αυτοί οι θρησκόληπτοι αγύρτες, η σωτηρία της ανθρωπότητας εξαρτιόταν από τη μελέτη του Αβικέννα και όχι του Αγίου Αυγουστίνου. Κι αφού τους έστειλε όλους στον αγύριστο με μια υποτιμητική χειρονομία, πέρασε την είσοδο του σπιτιού του. Ήταν πολύ κουρασμένος και το μόνο που ήθελε ήταν να πέσει για ύπνο· καθώς έκλεινε πίσω του την πόρτα, άξαφνα τραντάχτηκε. Η μύτη ενός παπουτσιού είχε χωθεί ανάμεσα στην παραστάδα και το πορτόφυλλο.

Ο Σιζέ αντέδρασε ενστικτωδώς και προσπάθησε να κλείσει την πόρτα, μα πριν καλά καλά καταλάβει τι συνέβαινε, αντίκρισε ένα χοντρό χέρι να χώνεται στο άνοιγμα και να σπρώχνει με δύναμη. Συνέχισε κι εκείνος να πιέζει προς την αντίθετη κατεύθυνση, όμως ο εισβολέας ήταν πιο δυνατός κι έτσι κατάφερε ν’ ανοίξει και να μπει. Και τότε τον αναγνώρισε – ήταν ο άντρας με τον μανδύα!

Ανήμπορος να τον εμποδίσει, τον παρακολουθούσε να εισβάλλει στο σπίτι του. «Τι θέλετε από μένα;» τον ρώτησε πανικόβλητος μα και οργισμένος.

«Δεν έχω σκοπό να σας κάνω κακό», τον καθησύχασε με έντονη γερμανική προφορά ο άγνωστος. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος, αλλά φαινόταν καθαρά πως οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν. Με το δεξί χέρι του βαστούσε έναν σάκο στην πλάτη, ενώ το αριστερό ήταν σηκωμένο σαν να παραδινόταν. «Σας χρειάζομαι».

«Εμένα ή τα λεφτά μου;» ξαναρώτησε ο Σιζέ οπισθοχωρώντας. Πίσω του, σ’ ένα στενόχωρο δωμάτιο, υπήρχε ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι κι ένα σεντούκι, όλα περιστοιχισμένα από ράφια γεμάτα βιβλία. Ψηλάφισε τα ράφια αναζητώντας κάτι που θα του χρησίμευε ως όπλο και βρήκε ένα γουδοχέρι το οποίο και άρπαξε με απειλητικό ύφος. Μόνο που δεν έβαλε τα γέλια με τον εαυτό του!

Ο άντρας με τον μανδύα προχώρησε με επιφύλαξη. «Δεν είμαι κλέφτης».

Ο Σιζέ πρόσεξε το πουνιάλο που φορούσε στη ζώνη του και, λίγο πιο κάτω, τις κηλίδες αίματος στο παντελόνι του, στο ύψος του αριστερού ποδιού. Η πληγή μάλλον ήταν πιο ψηλά και αιμορραγούσε ακατάσχετα.

«Χρειάζομαι έναν γιατρό...» εξήγησε ο άντρας βλέποντάς τον να τον κοιτάζει έτσι. «Πήγαινα να ζητήσω βοήθεια στο Σεν Βικτόρ, όταν σας είδα να βγαίνετε από το αβαείο. Ο φύλακας μου είπε ποιος είστε και αποφάσισα να σας ακολουθήσω». Δίχως να ζητήσει την άδεια, τράβηξε μια καρέκλα από το τραπέζι και κάθισε αγκαλιάζοντας τον σάκο του. «Λυπάμαι αν σας τρόμαξα...»

Μη ξέροντας τι ν’ απαντήσει, ο Σιζέ περιεργάστηκε το πρόσωπο του άντρα. Οι γραμμές έκφρασης ενός προσώπου έλεγαν πολλά για την κατάσταση της υγείας, την ιδιοσυγκρασία, ακόμη και για το πεπρωμένο του ανθρώπου. Είχε μάθει αυτή την τέχνη παιδί ακόμη, δίπλα σε έναν Εβραίο θεραπευτή, και από τότε του είχε γίνει εμμονή. Ο ξένος είχε βόρεια και αριστοκρατικά χαρακτηριστικά, μάλλον εξευγενισμένα. Οι ρυτίδες στο μέτωπό του μαρτυρούσαν νευρώδη χαρακτήρα, ίσως να ήταν στρατιώτης, μόνο που έσμιγαν πάνω από το αριστερό του μάτι σχηματίζοντας κάτι σαν σταυρό. Κακό σημάδι, σκέφτηκε. Αυτό προμήνυε βίαιο θάνατο.

Ο άντρας χαμογέλασε με δυσκολία. «Με κοιτάτε λες και βλέπετε κανένα πτώμα».

«Ο τρόπος που σας κοιτάζω δεν είναι το θέμα μας», αποκρίθηκε ο καθηγητής με εχθρικό ύφος. «Με ακολουθήσατε και μπήκατε με το έτσι θέλω στο σπίτι μου. Η επίθεση σε καθηγητή είναι σοβαρό αδίκημα που τιμωρείται αυστηρά!»

Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους, σαν να απαντούσε σε απειλές μικρού αγοριού. «Δεν φοβάμαι το θάνατο, αλλά το ενδεχόμενο ν’ αποτύχει η αποστολή μου», αποκάλυψε. «Αν είναι να πεθάνω, θέλω να τη συνεχίσει κάποιος άλλος».

«Σε αυτή την περίπτωση, καλύτερα να απευθυνθείτε στους μοναχούς του Σεν Βικτόρ». Ο Σιζέ του έδειξε την πόρτα. «Προλαβαίνετε».

«Όχι, εσείς είστε ο κατάλληλος». Ο άντρας άγγιξε το μέτωπό του πασχίζοντας να παραμείνει νηφάλιος. «Ένας λαϊκός, και μάλιστα καλλιεργημένος... να γιατί δε δίστασα να σας ακολουθήσω».

«Νόμιζα ότι χρειαζόσασταν ιατρική φροντίδα».

«Όχι μόνο. Είμαι οδοιπόρος σε ξένο τόπο... χρειάζομαι...» Άξαφνα διπλώθηκε στα δύο ξεσπώντας σε έντονο βήχα.

Ο Σιζέ άφησε στη θέση του το γουδοχέρι και τον βοήθησε να σηκωθεί. «Κύριέ μου, παραληρείτε, το καταλαβαίνετε;»

Ο άντρας αυτός είχε φτάσει στα όριά του, γινόταν όλο και πιο χλωμός κι έκαιγε από πυρετό. Οι δυνάμεις του μάλλον εξαντλήθηκαν όση ώρα τον ακολουθούσε. «Όχι... η αποστολή μου...» Κούνησε το κεφάλι και ανασήκωσε τον σάκο που έσφιγγε πάνω του. «Αυτό πρέπει να παραδοθεί σ’ έναν σύντροφό μου που βρίσκεται στο Μιλάνο...» και ξαναέβηξε.

Ο καθηγητής βάλθηκε να γελάει νευρικά. «Στο Μιλάνο; Τρελαθήκατε; Να τον πάτε εσείς αυτό τον κουρελιασμένο σάκο».

«Θα έκανα τα πάντα για να πάω, σας τ’ ορκίζομαι... φοβάμαι όμως ότι δεν μου μένει πολύς χρόνος ζωής ακόμη–»

Ο Σιζέ έκοψε την κουβέντα με μια απότομη χειρονομία. Ο άνθρωπος αυτός μάλλον είχε χάσει τα λογικά του· πιθανόν να έφταιγε ο αβάσταχτος πόνος και η αιμορραγία, έμοιαζε όμως και απελπισμένος. «Μην ανησυχείτε», τον ηρέμησε, υπακούοντας περισσότερο στις προσταγές της ηθικής του παρά στη λογική, «και ξαπλώστε στο πάτωμα για να σας εξετάσω». Κανονικά θα έπρεπε να τον βάλει να ξαπλώσει στο κρεβάτι του, αλλά έβλεπε πως ήταν βρόμικος κι ο Σιζέ απεχθανόταν τη βρομιά.

«Αν δεν πεθάνω εξαιτίας αυτής της πληγής», βόγκηξε ο άγνωστος καθώς ξάπλωνε στο πάτωμα, «θα με σκοτώσει ο ιππότης... όπως έκανε και με τον καλό Βιλφρίντους...»

«Αυτό είναι δική σας υπόθεση», είπε κοφτά ο καθηγητής. Έσκυψε πάνω του και του μισοέβγαλε το πανωφόρι αντικρίζοντας τη ματωμένη του τουνίκα, καμένη εδώ κι εκεί. Του έλυσε τη ζώνη, έβγαλε το πουνιάλο και του άνοιξε το ρούχο. Όπως είχε προβλέψει, η πληγή ήταν στο αριστερό πλευρό του, κάτω από τον θώρακα. Είχε ένα μεγάλο σκίσιμο, σχεδόν τρία δάχτυλα, και αρκετά βαθύ. Η σάρκα του ανέδιδε δυσωδία θειαφιού. «Απ’ ό,τι βλέπω, κάποιος προσπάθησε να σας... σουβλίσει».

«Είμαι ζωντανός από θαύμα», αναστέναξε ο άντρας.

«Ηρεμήστε, θα τα καταφέρετε». Ο Σιζέ σηκώθηκε, πήρε από το τραπέζι ένα πήλινο φλασκί και έσκυψε ξανά πάνω από τον ασθενή. Τράβηξε το πώμα με τα δόντια, έριξε στην πληγή ένα κόκκινο υγρό και τη σκούπισε μ’ ένα πανί.

«Τσούζει... τι είναι;»

«Κρασί. Το έβαλα για να καθαρίσω την πληγή». Τώρα που την είχε καθαρίσει, μπορούσε να δει καλύτερα το τραύμα. Δεν χρειαζόταν κάποια ιδιαίτερη φροντίδα, ωστόσο έδειχνε κάπως

 ασυνήθιστο. Τριγύρω, η επιδερμίδα ήταν σκισμένη και γεμάτη εγκαύματα· ακόμη και οι εσωτερικοί ιστοί βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση.

Η φωνή του ξένου τον έβγαλε από τις σκέψεις του: «Αν κάνετε αυτό που σας ζήτησα, θα σας ανταμείψω και με το παραπάνω...»

«Θα με ανταμείψετε;» Για μια στιγμή ο Σιζέ έβαλε στην άκρη τις εικασίες του περί διανοητικής σύγχυσης και αναρωτήθηκε αν αυτός ο άντρας τα είχε τελικά τετρακόσια. Τον κοίταξε στα μάτια, αλλά συνειδητοποίησε ότι κόντευε να χάσει τις αισθήσεις του, κι έτσι ξέχασε τα πάντα και άρπαξε βελόνα και κλωστή προσπαθώντας να συγκεντρωθεί.

Μόλις ένιωσε τη σάρκα του να τρυπιέται, ο ξένος διπλώθηκε και το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τους σπασμούς.

«Κάντε υπομονή», τον παρότρυνε ο καθηγητής προσπαθώντας να τον ακινητοποιήσει. «Ράβω την πληγή».

«Με ράβετε λες και είμαι κανένα κουρέλι; Δεν θα καυτηριάσετε πρώτα την πληγή;»

«Αν ήθελα να μαρκάρω καμιά αγελάδα, ο καυτηριασμός θα ήταν ό,τι έπρεπε· όχι όμως για να φροντίσω έναν άνθρωπο». Ο Σιζέ, με σφιγμένα χείλη και μάτια προσηλωμένα στο έργο του, ήταν τόσο επιδέξιος που θα τον ζήλευε ακόμη και ράφτρα. Μόλις τελείωσε το ράψιμο, συνειδητοποίησε ότι ο ασθενής είχε τις αισθήσεις του κι έτσι αποφάσισε να επαναφέρει το προηγούμενο θέμα. «Μιλήσατε για ανταμοιβή. Το εννοούσατε στ’ αλήθεια;»

Ο άντρας είχε παραμορφωθεί από τον πόνο, αλλά βρήκε τη δύναμη να σκύψει μπροστά και να ελέγξει το τραύμα του. Αμέσως μετά έγνεψε καταφατικά. «Αν παραδώσετε το αντικείμενο που περιέχει αυτός ο σάκος... θα πάρετε ένα πολύτιμο πετράδι». Η φωνή του έβγαινε αδύναμη αλλά καθαρή.

«Ένα πολύτιμο πετράδι;»

«Ακριβώς...» Ο ξένος προσπάθησε να ανακαθίσει στο πάτωμα, μα ο πόνος τον ανάγκασε να παραμείνει ξαπλωμένος. «Έναν δρακονίτη».

Ο Σιζέ επανέλαβε τη λέξη ψιθυριστά: Δρακονίτης. Δεν ήταν κάτι που το άκουγες συχνά, και το άκουγες κυρίως σε κύκλους καλλιεργημένων ανθρώπων. Μόνο αν είχε διαβάσει κανείς τη Φυσική Ιστορία του Πλίνιου του Πρεσβύτερου ή αν είχε ταξιδέψει σε μακρινές χώρες υπήρχε περίπτωση να γνωρίζει την ύπαρξη αυτού του λίθου.

Η ταραχή του μάλλον δεν πέρασε απαρατήρητη, μιας και ο άντρας τον κοιτούσε επίμονα φέρνοντάς τον σε ακόμη πιο δύσκολη θέση: «Έχετε ιδέα περί τίνος πρόκειται;»

«Υπάρχουν λίθοι που προέρχονται από τα σπλάχνα των ζώων και είναι μοναδικοί γιατί έχουν θεραπευτικές ιδιότητες», απάντησε ο Σιζέ με σοβαρό ύφος. «Ο δρακονίτης είναι ο πιο σπάνιος. Λέγεται ότι προέρχεται από το κεφάλι του δράκου, ενός τρομακτικού φιδιού». Κούνησε το δάχτυλο κοιτάζοντας τον συνομιλητή του. «Μονάχα ένας αφελής θα πίστευε τα λόγια σας».

«Αλήθεια λέω, σας τ’ ορκίζομαι. Για να σας αποδείξω ότι είμαι ειλικρινής, θα σας ανταμείψω με κάτι παρόμοιο επειδή με φροντίσατε». Άνοιξε ένα δερμάτινο πουγκί που κρεμόταν στον λαιμό του και του έδωσε ένα παράξενο αντικείμενο. «Πάρτε το... και κοιτάξτε το προσεκτικά».

Στην αρχή ο Σιζέ νόμιζε πως κρατούσε στα χέρια του κάποιο νεκρό ζωάκι, ώσπου κατάλαβε ότι ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Ήταν ένας λίθος όμοιος με ρίζα μανδραγόρα, καλυμμένος με κάτι που θύμιζε τρίχωμα ζώου. Ένιωσε τη μυρωδιά της μούχλας, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει από τι υλικό ήταν φτιαγμένο. Παρ’ όλα αυτά το αναγνώρισε. «Είναι ένας θεραπευτικός λίθος ονόματι caprius. Προέρχεται από τα σπλάχνα κατσίκας».

«Γνωρίζετε την αξία του;»

«Όπως κάθε σωστός γιατρός, μολονότι είναι η πρώτη φορά που το βλέπω από κοντά. Θεραπεύει τις οφθαλμικές εκκρίσεις, το έλκος στομάχου και τον υψηλό πυρετό».

Ο ξένος έγνεψε καταφατικά. «Ο δρακονίτης είναι χίλιες φορές πιο πολύτιμη πέτρα. Έχει θαυματουργές ιδιότητες».

«Όπως και να ’χει, είναι άδικος κόπος». Τον Σιζέ τον έτρωγε η περιέργεια αλλά όχι και σε τέτοιον βαθμό. Είχε άλλα στο κεφάλι του και το τελευταίο πράγμα που τον απασχολούσε ήταν ν’ ακούει αυτόν τον παράξενο τύπο. «Θα γίνει καλά η πληγή σας, σας το εγγυώμαι. Κατά τ’ άλλα, θα βρείτε μόνος σας τη λύση».

«Μπορεί να έχετε δίκιο, αλλά δεν είναι σίγουρο. Ο ιππότης... ο ιππότης με βρήκε ήδη μία φορά, παρόλο που κρυβόμουν στο Παρίσι. Θα με ξαναβρεί...»

«Ό,τι και να συμβαίνει, είναι δικό σας θέμα».

«Δεν καταλαβαίνετε. Η αποστολή μου είναι θέμα ζωής ή θανάτου−»

«Εσείς δεν καταλαβαίνετε, κύριέ μου. Μου ζητάτε να κάνω κάτι αδύνατον για μένα», τον διέκοψε ο Σιζέ. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι ο ξένος δεν έδειχνε καμία πρόθεση να κοιμηθεί κι έτσι αποφάσισε να τον βοηθήσει, τουλάχιστον μέχρι να ανακτήσει τις δυνάμεις του. «Κι άλλωστε», είπε προσποιούμενος ότι ενδιαφερόταν, μόνο και μόνο για να τον κάνει να μιλήσει, «πώς θα αναγνώριζα τον σύντροφό σας σε μια τόσο μεγάλη πόλη;»

«Ονομάζεται Γκέμπχαρντ φον Κβέρφουρτ... είναι τέκτονας... αναζητήστε τον στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου... εμπορεύεται λείψανα και... έχει τα ίδια σημάδια μ’ εμένα».

Μόλις τέλειωσε τη φράση του, ο ξένος του έδειξε τη ράχη της δεξιάς του παλάμης. Ήταν γεμάτη με τατουάζ που ο Σιζέ δεν είχε προσέξει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Κάτω από τους κόμπους του δείκτη και του μέσου απεικονιζόταν ένας ιππότης που κρατούσε ένα τόξο. Ένα φίδι σκαρφάλωνε στο μικρό δάχτυλο, δείχνοντας με το κεφάλι του ένα μικρό κύπελλο αποτυπωμένο στην τελευταία φάλαγγα του παράμεσου.

Αφού του έδειξε αυτά τα σημάδια, ο άντρας ένωσε τα δάχτυλά του σε μια χειρονομία ευλογίας, σαν να ήθελε να δείξει τον αριθμό τρία. Τότε ο Σιζέ είδε στην παλάμη του την εικόνα της Παναγίας με το Θείο Βρέφος και από πάνω ένα περιστέρι με τα φτερά ανοιγμένα.

Χριστιανικά σύμβολα μαζί με παγανιστικά. Ο καθηγητής έκανε μια κίνηση όλο αποστροφή. Ήξερε ότι υπήρχαν φυλαχτά με παρόμοιες εικόνες, εβραϊκής ή φρυγικής προέλευσης, και δεν τα φοβόταν. Μα αν ακόμη και το πιο απλό φετίχ έπεφτε στην αντίληψη κάποιου ανθρώπου της Εκκλησίας, θα είχε σίγουρα κακά ξεμπερδέματα. «Προσέξτε!» ξεφύσηξε. «Δεν ξέρω ποιος είστε, μα αν κάποιος δομινικανός δει αυτά τα σημάδια, θα μπλέξετε άσχημα. Όπως κι εγώ, επειδή σας πρόσφερα καταφύγιο».

«Αφήστε με να σας εξηγήσω...» τον ικέτευσε ο πληγωμένος άντρας, που βρισκόταν πλέον στα πρόθυρα παραληρήματος.

«Έχω ήδη τα δικά μου προβλήματα», γρύλισε ο καθηγητής. «Σωπάστε, αν δεν θέλετε να σας πετάξω στο δρόμο».

Ο ξένος παρέμεινε ξαπλωμένος στο πάτωμα, κοιτάζοντάς τον με βλέμμα παρακλητικό. «Πολύ σύντομα θα με βρει ο ιππότης... Κι αυτή τη φορά...»

Ο Σιζέ τον αγνόησε. Ήδη είχε κάνει πολλά γι’ αυτόν. Του είχε περιποιηθεί την πληγή και του είχε προσφέρει καταφύγιο στο ίδιο του το σπίτι. Δεν άντεχε ν’ ακούει και τις ασυναρτησίες του. Δεν τον είχε διώξει ακόμη, γιατί η κουβέντα για τον δρακονίτη τον είχε συνεπάρει. Το Μιλάνο όμως ήταν μακριά κι αν άφηνε το Παρίσι, αυτό θα είχε επίπτωση στην καριέρα του.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι και περιεργάστηκε για ώρα την παράξενη τριχωτή πέτρα, ενώ ο ξένος βυθιζόταν επιτέλους σε λήθαργο.

Στο τέλος αποκοιμήθηκε κι ο ίδιος. Μόλις έκλεισε τα μάτια, ονειρεύτηκε τον εαυτό του μπροστά στη σχολή της Νοτρ Νταμ, ενώ έδειχνε όλος καμάρι έναν δρακονίτη σε διάφορους περίεργους – και όλοι οι μεγάλοι διδάσκαλοι συνωστίζονταν γύρω του έκθαμβοι.

 
: Jazz & Cinema Vol. 3 - Music Forever