Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διαβάσαμε την συνέντευξη του Χρήστου Γιανναρά, φίλου και συνεργάτη του ΙΑΝΟΥ, που έδωσε στην μηνιαία freepress εφημερίδα Boulevard και τον δημοσιογράφο Στέλιο Παρασκευόπουλο την οποία και σας προτείνουμε να διαβάσετε.

Θυμίζουμε πως λίγες μέρες πριν, Τρίτη 13 του Ιούνη, στον ΙΑΝΟ της Αθήνας, το αναγνωστικό κοινό είχε την χαρά να δει από κοντά τον Χρήστο Γιανναρά στην παρουσίαση του νέου του βιβλίου με τίτλο «Ελληνοκεντρικός Εκσυγχρονισμός», από τις εκδόσεις IANOS. Πατήστε εδώ

 

Σας παραθέτουμε αποσπάσματα από την συνέντευξη:

Γράφει ο Στέλιος Παρασκευόπουλος

Βαρύ και αιώνιο αποτύπωμα

Για τον φιλόσοφο Χρήστο Γιανναρά δεν χρειάζονται οι συστάσεις. Δεν χρησιμεύουν οι πολλές κουβέντες, όταν η οξυδερκής σκέψη του έχει δοκιμαστεί στην πράξη. Όταν ο φιλομαθής λόγος του έχει προηγηθεί όλων των εποχών. Προβλέποντας τα τραγικά επακολουθήσαντα. Προπορεύτηκε κατά πολύ του διανοούμενου Παναγιώτη Κονδύλη, όταν αυτός, στην δεκαετία του ’90, κάνει λόγο για «φθίνον Έθνος». Ακόμη – ακόμη προηγήθηκε του Ελύτη, όταν ο νομπελίστας ποιητής προειδοποιούσε πως ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Το 1990. Στο δοκίμιο του –άγνωστο δυστυχώς στους πολλούς, «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά».

[…]

Αγαπητοί αναγνώστες ο φιλόσοφος Κύριος Χρήστος Γιανναράς στην Boulevard.

- Πριν από περίπου τριάντα χρόνια κύριε Γιανναρά είχατε προβλέψει την σημερινή παρακμή ή χρεοκοπία που βιώνει η χώρα μας, έχοντας πει σε επιφυλλίδα σας «Η Ελλάδα πέθανε και τη σκοτώσαμε εμείς». Αυτό το «εμείς» θα θέλατε να το κάνετε πιο συγκεκριμένο; Πιο προσδιοριστικό ως προς τους πρωταίτιους. Με το όνομά τους. Και πέραν του «εμείς», ως προς τις αιτίες, μήπως θα πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα ίσως στο πιο παθογόνο αίτιο, στο «εγώ» του Νεοέλληνα –και να το σχολιάσετε; Και πόσο ένοχο μπορεί να είναι αυτό το «εγώ» ή, σε ποιο βαθμό το αθωώνετε ή του αναγνωρίζετε ελαφρυντικά πρότερου βίου εάν αναλογιστούμε τα όσα έχει περάσει ετούτος ο λαός;

Ευχαριστώ για το ερώτημά σας. Νομίζω με στέρεα λογική (όχι αυθαίρετα ή παρορμητικά) αδυνατώ να καταλογίσω την παραμικρή ευθύνη γενικά στον «λαό» ή αφηρημένα στους «πολίτες για το ιστορικό τέλος του Ελληνισμού ή και μόνο για την ατίμωσή του, που ζούμε σήμερα.

Σκεφθείτε, σε όσες δεκαετίες του παρελθόντος ελέγχει η μνήμη σας, ποια σχολειά εκπαίδευσαν αυτόν τον λαό, με ποια εκπαιδευτικά προγράμματα και ποια βιβλία, με την επιτελική ευθύνη ποιων υπουργών Παιδείας, με δασκάλους και καθηγητές που εκπαιδεύτηκαν σε ποιες πανεπιστημιακές σχολές.

Προσθέστε στην κριτική σας αναθύμηση: σε όλες αυτές τις δεκαετίες ποια ραδιοτηλεοπτική μεθοδική εξηλιθίωση υφίσταται αυτός ο λαός, ποιον εξανδραποδισμό από τη συστηματική ποδοσφαιρολαγνεία, ποιο επίπεδο δημοσιογραφίας του προσφέρουν οι εφημερίδες, ποια «πολιτική βιβλίου» άσκησαν όλες (χωρίς εξαίρεση) οι κυβερνήσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι στα σαράντα τέσσερα χρόνια της λεγόμενης «μεταπολίτευσης» συντελέστηκε στην Ελλάδα μια πραγματική γενοκτονία.

Φυσικοί αυτουργοί της γενοκτονίας, σαφέστατα και εξόφθαλμα, είναι οι επαγγελματίες της πολιτικής, το στυγνό μονοδρομικό καθεστώς της κομματοκρατίας. Έστησαν μια παρωδία κράτους με σχέσεις μόνο πελατειακούς, εξουδετέρωσαν την ίδια την έννοια του δημόσιου λειτουργού και τελικά, με τον εξωφρενικό υπερδανεισμό και τη θεσμοποιημένη διαφθορά, οδήγησαν τη χώρα σε πραγματική, ολοσχερή καταστροφή.  

[…]

- Ας αφήσουμε προς το παρόν το σημερινό πολιτικό γίγνεσθαι και να πάμε κ. καθηγητά στο ιστορικό παρελθόν. Γιατί, όπως σας έχω διαβάσει στα βιβλία σας, εκεί ακριβώς εντοπίζετε όλες τις γενεσιουργές αιτίες της σημερινής χρεοκοπίας – παρακμής. Υποστηρίζετε ότι η αρχή της φθίνουσας πορείας έγινε το 1821, καθώς η απελευθέρωση σήμαινε για τους επαναστάτες Έλληνες την οργανική συνέχεια της ιστορικής πραγματικότητας που σάρκωνε ο Ελληνισμός μέχρι την υποδούλωσή του στους Τούρκους· σήμαινε να ελευθερωθεί η Πόλη και η Άγια – Σοφιά. Κάτι βέβαια που δεν επετεύχθη. Και υποστηρίζετε ακόμη κ. Γιανναρά, ότι ο Ελληνισμός συρρικνώθηκε εξοντωτικά το 1922 όταν έπαψε να πατάει και στις δύο όχθες του Αιγαίου –πανάρχαιο δεδομένο ορισμού και ταυτότητος της παρουσίας του στο Αιγαίο.  Και το 2010 είχατε πει ότι ο Ελληνισμός ιστορικά έχει τελειώσει. Εξακολουθείτε και σήμερα να το πιστεύετε αυτό, εν έτει 2018; Γίνετε σας παρακαλώ πιο αναλυτικός, υπό το πρίσμα των νέων γεωπολιτικών δεδομένων που  διαμορφώνονται στην περιοχή μας, στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, με την χώρα μας να βρίσκεται στην μέση του κυκλώνα.

Δύσκολο να συμπυκνωθεί σε λίγες γραμμές η απάντηση σε ένα τόσο κρίσιμο και θεμελιώδες ερώτημα. Θα μου επιτρέψετε να παραπέμψω σε δύο βιβλία: Στο συναρπαστικό μελέτημα της Έλλης Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα – Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα, 1830 – 1880, Αθήνα 1988. Και στο δικό μου, Η Ευρώπη γεννήθηκε από το «Σχίσμα», Αθήνα («Ίκαρος») 2015.

Θα μου επιτρέψετε να προσθέσω, από ό,τι έχω ως τώρα καταλάβει: Ένας λαός τελειώνει ιστορικά, όχι όταν χάνει την εδαφική γεωγραφική κυριαρχία του στη γενέθλια γη του, ούτε όταν πτωχεύει, ούτε αν κατακτηθεί και υποδουλωθεί σε ξένο δυνάστη. Ένας λαός τελειώνει ιστορικά, όταν ατονήσει και αποσβεσθεί η χρήση της γλώσσας του, αμβλυνθεί ή χαθεί η ιστορική του συνείδηση, ξεριζωθεί από την οργανική συνέχεια θεσμών και συνηθειών που συγκροτούσαν τον τρόπο του κοινού βίου, δηλαδή τον πολιτισμό του.

Με την επιβολή της μονοτονικής γραφής, ο Ελληνισμός επέλεξε και παγίωσε μια χρηστική εκδοχή της γλώσσας –δεν κοινωνεί την εμπειρία, αποβλέπει στη χρηστική κατανόηση. Η εμπειρική σύνδεση έννοιας και νοουμένου δύσκολα βιάζεται από την αυθαιρεσία των σκοπιμοτήτων, ενώ ο συντονισμός της κατανόησης ευκολότατα (με τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας) χειραγωγούνται. Θα έλεγα, αυθαίρετα αλλά ενδεικτικά, ότι ένας Έλληνας, κάτω των 45 ετών σήμερα δεν κατανοεί τη φράση «τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια», δεν κατανοεί τη λειτουργία του απαρέμφατου και της δοτικής, δηλαδή είναι ριζικά αποκομμένος από τη γλωσσική εκφραστική τριών χιλιάδων χρόνων εμπειρικής ελληνικής συνέχειας –του είναι ξένη γλώσσα όχι ο Αριστοτέλης ή ο Ηράκλειτος, αλλά και ο Ροΐδης και ο Παπαδιαμάντης.

Ο ίδιος αφελληνισμός συντελείται και αν αποκοπεί ο Έλληνας από την τρισχιλιόχρονη πολιτική του παράδοση (της αυτόδιαχειριζόμενης κοινότητας), το ίδιο κι αν υποκαταστήσει την εμπειρία της πίστης – εμπιστοσύνης με την πίστη – πεποίθηση σαν επιλεγμένη ατομική νοητική παραδοχή.    

[…]

- Μήπως είναι αστόχημα να ερμηνεύουμε το παρόν μόνο με όρους και αξίες του χθες; αν και ο Ελύτης είχε πει ότι μια μέρα το παρελθόν θα μας αιφνιδιάσει και θα είναι πάντα επίκαιρο. Μήπως, δηλαδή, δεν πρέπει να αγνοήσουμε ό,τι τα έθνη, τα κράτη, οι κοινωνίες, οι εποχές μας, τα πάντα γύρω μας διαμορφώνονται με τελείως άλλα δεδομένα, με τελείως νέες «φόρμες»; Εφεξής, μήπως αυτό που χαρακτηρίζει –και αξιολογεί- τις νέες γενιές δεν είναι κατά πόσο καταλαβαίνουν την παπαδιαμαντική γλώσσα ή το πόσο ενδεές είναι το λεξιλόγιό τους, αλλά το κατά πόσο επαρκώς μιλούν την γλώσσα του διαδικτύου; Σήμερα όπως ξέρετε τα παιδιά δεν έχουν δια ζώσης φίλους, αλλά έχουν εκατοντάδες ή και χιλιάδες άλλους «φίλους», άυλους, με τους οποίους «συνομιλούν» καθημερινά μέσω πλατφόρμας στο Facebook. Σε λίγο καιρό δεν θα σκεφτόμαστε εμείς για τον εαυτό μας, αλλά η τεχνητή νοημοσύνη ενός υπολογιστή. Όλα αυτά δεν εκτοπίζουν το παρελθόν, δεν αποκόπτουν με το μαχαίρι όλες τις συνέχειες και τα όποια διαχρονικά στοιχεία - αξίες που έως τώρα καθόριζαν την ταυτότητά μας, τον πολιτισμό μας και όλα τα υπόλοιπα; Τι λέτε;

Μιλάτε για το ενδεχόμενο (ή την προοπτική) μιας ανθρωπολογικής μεταβολής: για ανθρώπους που δεν θα έχουν λ. χ. όσφρηση ή δεν θα έχουν αφή. Προς το παρόν ο «πολιτισμός», που κεχηνότες θαυμάζουμε εμείς οι μεταπράτες, παράγει ανθρώπους οριστικά ανέραστους, ανίκανους να ερωτευτούν, να ζήσουν το θαύμα της αμοιβαιότητας, να παλαβώσουν από έρωτα. Λένε τις λέξεις: eros, erotic, érotique και εννοούν μόνο εμπορευματοποιημένη ηδονή, πορνεία. Αν αυτός είναι ο ανθρωπολογικός τύπος που επέρχεται, δεν ξέρω ποιες αντιδράσεις θα μπορούσαν να τον αναχαιτίσουν –προς το παρόν νιώθω σημαντικό να διασώσουμε το ελληνικό βιωματικό φορτίο των λέξεων.     

-Έχετε γράψει σε επιφυλλίδα σας ότι το πολιτικό σύστημα στη σημερινή Ελλάδα συνιστά δημόσιο κίνδυνο, εφιαλτική απειλή. Ακόμη, ότι η ψήφος είναι μια ψευδαίσθηση ό,τι είμαστε πολίτες, ό,τι το πολίτευμα της χώρας είναι δημοκρατικό. Προσωπικά, μου ακούγεται ορθό αυτό που έλεγε ο Σίλλερ ό,τι «οι ψήφοι πρέπει να ζυγίζονται και όχι να μετριούνται». Αλλά δεν έχει καμία απολύτως σημασία τι πιστεύω εγώ. Εσείς είστε ο δάσκαλος και ο διανοούμενος. Έχετε νομίζω την πνευματική υποχρέωση να κάνετε ένα βήμα παραπάνω. Να μην μείνετε στις επισημάνσεις. Να προχωρήσετε στο «δέον γενέσθαι». Τι πρέπει να γίνει για να βγει η Ελλάδα από την κρίση; Τι συγκεκριμένα και εφαρμόσιμα πολιτειακά και πολιτικά μέτρα προτείνετε; Εάν αύριο το πρωί σας καλέσει ο πρωθυπουργός και ζητήσει την γνώμη σας, τι θα του πείτε;

Αυτό που έχω καταλάβει είναι, ότι μια κοινωνία ή ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» που παρακμάζει και καταρρέει, δεν σώζεται με κάποια μαγική συνταγή ή με ευφυή πολιτικά τεχνάσματα. Οι λύσεις, όταν πρόκειται για κοινωνικό αδιέξοδο, γεννιώνται, δεν υποδείχνονται ούτε επιβάλλονται. Αν ένας φανταστικός πρωθυπουργός ζητούσε τη δική μου (άσχετη) γνώμη για το πρακτέο στη σημερινή θανάσιμη αγωνία του Ελληνισμού, θα του έλεγα: τα Αρχαία Ελληνικά, κεντρικό μάθημα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από το Δημοτικό, με ετυμολογικό σαν παιγνίδι. Και ριζική αλλαγή στην τοπική αυτοδιοίκηση: επιστροφή στη μικρή, αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα, με υποκείμενο φορολογικής υποχρέωσης την κοινότητα, όχι το άτομο. Από τις δύο αυτές παράπλευρες επεμβάσεις, μπορεί να γεννηθεί μια γενικότερη μεταβολή, αλλά οπωσδήποτε με διεργασίες ζύμωσης, οργανικές διεργασίες βλάστησης – άνθησης – καρποφορίας –όχι «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» ούτε με δεοντολογία προτεστάντικης (προσκοπικής) παιδαριωδίας.

- Θα αποπειραθώ με την τελευταία μου ερώτηση να εκμαιεύσω μια αισιόδοξη απάντηση. Όλα «μαύρα» κ. καθηγητά; Και στο παρελθόν η Ελλάδα πέρασε δύσκολες ώρες. Τραγωδίες ολόκληρες. Στο ιστορικό της διάβα πέρασαν από πάνω της εάν δεν κάνω λάθος 16 φυλές. Κι όμως επέζησε. Γιατί να μην επιζήσει και σήμερα; Σύμφωνοι, η γλώσσα μας μετέπεσε με την κατάργηση για παράδειγμα του πολυτονικού, αλλά η μήτρα νομίζω παραμένει η ίδια. Οι παραδόσεις μας, τα ήθη και έθιμα παραμένουν σχεδόν τα ίδια στις μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης. «Οι μελωδούσες καμπάνες είναι ακόμη ηχούσες στις εκκλησιές, και τα πέλαγα είναι ακόμη βυθισμένα στα γαλανά», όπως χαρακτηριστικά συνηθίζω να λέω. Μήπως, λοιπόν, θα πρέπει η βαθιά σας σκέψη να αφήσει για το μέλλον ένα παραθυράκι απαντοχής; Άλλωστε ο ίδιος έχετε γράψει, το 1985, «είναι αυθαίρετο να λες πως δεν υπάρχει ελπίδα για τον τόπο. Είναι υπερβολή, ακρότητα, φθάνουμε στον μηδενισμό αν δεχτούμε πως τέλειωσε η ιστορική μας πορεία, πως κηδεύουμε την πατρίδα».

Είχα πολλά χρόνια να αντιμετωπίσω σε συνέντευξη τόσο γόνιμα ερωτήματα, κύριε Παρασκευόπουλε, και σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε. Γι’ αυτό και ξαφνιάζομαι λίγο με την τελευταία ερώτησή σας. Οι έννοιες «αισιοδοξία» - «απαισιοδοξία» απηχούν μόνο υποκειμενικές ψυχολογικές καταστάσεις. Ούτε φωτίζουν κανένα πρόβλημα ούτε ανιχνεύουν λύσεις. Απλώς χειραγωγούν την ψυχολογία των κομματικών οπαδών, για να τους κρατούν πειθήνιους στο κομματικό μαντρί.

Η «αισιοδοξία» είναι το πιο ηδονικό παραισθησιογόνο, εξασφαλίζει σίγουρη την παραίτηση από κάθε ενεργό αντίσταση, εξέγερση, αμφισβήτηση, αποδοκιμασία της αγυρτείας, που με την ψήφο μας, κατευθυνόμενη από την διαφήμιση, δυναστεύει τη χώρα. Δεν ξέρω αν είναι «όλα μαύρα», πάντως οι Τράπεζες έχουν δεσμεύσει, τρία χρόνια τώρα, τις καταθέσεις της όποιας αιματηρής αποταμίευσης των πολιτών. Υπουργεία, Τράπεζες, δημόσιοι οργανισμοί επιτροπεύονται από τους δανειστές μας. Κάθε παραμικρή πολιτική απόφαση ελέγχεται από τους εντεταλμένους των «αγορών». Τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, το οδικό δίκτυο, η ηλεκτροδότηση, η ύδρευση, οι τηλεπικοινωνίες έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες. Αρχαιολογικοί χώροι και φυσικές καλλονές της χώρας έχουν υποθηκευθεί για τα επόμενα ενενήντα χρόνια. Αν προσθέσετε και τη δραματική καταστροφή της γλώσσας, τη μεθοδική διαστροφή της ιστορικής συνείδησης, τη «θρησκειοποίση» του εκκλησιαστικού γεγονότος, το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι πλέον μια χώρα χωρίς χωριά, δεν ξέρω άλλη περίοδο του Ελληνισμού με περισσότερη «μαυρίλα».

Δεν έχουμε ακόμα αρκετά απελπιστεί. Αν γίνει συνεπής ο απελπισμός μας, ίσως γεννηθεί λύση.

- Εδώ κ. Γιανναρά τελείωσε η άκρως ενδιαφέρουσα συζήτησή μας. Για λογαριασμό των αναγνωστών της Boulevard θέλω να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που είχατε την ευγένεια και την καλοσύνη να ταξιδέψετε τον προβληματισμό μας σε ανοικτούς ορίζοντες. Σε ορίζοντες γεμάτους Ελλάδα. Να είστε καλά και δυνατός, σας σφίγγω το χέρι.   

 

Ολόκληρη η συνέντευξη εδώ