Τέλη της δεκαετίας του ’80 κι ο νιόπαντρος Τζόρνταν Μπέλφορτ εγκαθίσταται στη Νέα Υόρκη κι ορκίζεται να γίνει επιτυχημένος χρηματιστής: μόνο που η πρώτη του μέρα στη Γουολ Στριτ σημαδεύεται από τη μοίρα, είναι η Μαύρη Δευτέρα του 1987. Ο Τζόρνταν, νεαρός πωλητής με έμπνευση, πειθώ και υπέρμετρη φιλοδοξία, θα βρει, στο παρασκήνιο της νομιμότητας, τον τρόπο να τα καταφέρει και να γίνει ταχύτατα ένας πολυεκατομμυριούχος, διψασμένος για το «περισσότερο» σε κάθε κατηγορία της ζωής.

Βασισμένο στο αυτοβιογραφικό best - seller του Τζόρνταν Μπέλφορτ, το «The Wolf of Wall Street», σηματοδοτεί την 5η συνεργασία του Μάρτιν Σκορσέζε με τον Λεονάρντο ΝτιΚαπριο, απεικονίζοντας τον άνθρωπο που έγινε διάσημος για ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα που λέρωσαν ποτέ τη φήμη της Wall Street, υπήρξε με διαφορά ο πιο επιφανής χρηματιστής της εποχής του και ταυτόχρονα ένα σύμβολο για το γόητρο του καπιταλισμού και την αδηφάγο όρεξή του.

Ο Μάρτιν Σκορσέζε αποφασίζει να κάνει μια τυπικά «σκορσεζική» ταινία, που αναπνέει μέσα σ’ ένα κλειστό κύκλωμα ανθρώπων, οι οποίοι δοκιμάζουν την πιο γλυκιά επιτυχία και την πιο απότομη πτώση, την απόλαυση και τις ενοχές τους, την ασυδοσία και την τιμωρία, ζώντας με το δικό τους, εξωσυστημικό κώδικα ηθικής με τον οποίο καταλήγουν να ελέγχουν ολόκληρο τον κόσμο. Στα «Καλά Παιδιά», αυτό ήταν το κλειστό κύκλωμα της μαφίας, στο «Καζίνο» οι μεγάλοι παίκτες του τζόγου, εδώ είναι το χρηματιστήριο της δεκαετίας του ’90 και, μάλιστα, εκείνο των μετοχών του περιθωρίου, όχι η Γουολ Στριτ, αλλά το παιχνίδι των «pink slips», που δημιούργησε την οικονομική φούσκα και έσκασε μαζί της.

Ο Σκορσέζε γνωρίζει καλά πώς να στροβιλίζεται, με την κάμερα και με το μυαλό του, σ’ έναν κόσμο που ζει στο μεταίχμιο και, φυσικά, οπλισμένος με τη συγκλονιστική φωτογραφία του Ροντρίγκο Πριέτο, το μοντάζ της Θέλμα Σκούνμεϊκερ κι ένα όπως πάντα ρηξικέλευθο σάουντρακ, αγγίζει στιγμές μεγαλείου, χρωματίζοντας το δράμα με έξαλλο χιούμορ και την ανδρική αρένα δράσης με εξαιρετικό σεξ απίλ. Παρά το πέρασμα των χρόνων, ο 71χρονος, πια, Σκορσέζε, αντιμετωπίζει το θέμα του με τον ενθουσιασμό και το νεύρο που είχε ανέκαθεν, βλέποντας το σύμπαν με λαιμαργία. Μόνο που αυτή η τρίωρη ταινία, ίσως λόγω χρονικών πιέσεων στο μοντάζ, συνδέει το εκπληκτικό πρώτο μέρος της και το συγκλονιστικό φινάλε της μ΄ένα κεντρικό τμήμα που ξεχειλώνει το ρυθμό και το ενδιαφέρον για τον ήρωα και τη δράση.

Εχοντας πάρει επισήμως τη θέση ενός νεότερου Ρόμπερτ ΝτεΝίρο στα χέρια του σκηνοθέτη του, ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο υπερβαίνει ξανά τον εαυτό του με μια ιλιγγιώδη ερμηνεία που καταφέρνει κάτι τρομερά δύσκολο: να ερμηνεύσει έναν ήρωα από τη φύση του υπερβολικό και εκρηκτικό, με έλεγχο, αυτοσυγκράτηση, ακτινοβολία και δύναμη. Η σκηνή όπου αγωνίζεται να περπατήσει και να μιλήσει ενώ είναι κόκαλο από τα ναρκωτικά έχει γίνει ήδη κλασική. Δίπλα του, σε δεύτερο ρόλο, ο Τζόνα Χιλ κρατιέται ψηλά μ’ έναν ήρωα ακραίο που ποτέ δε γίνεται καρικατούρα, αλλά είναι ο Μάθιου ΜακΚόναχεϊ που πραγματικά κλέβει την παράσταση στη μία και μοναδική του σκηνή της ταινίας.

Το «The Wolf of Wall Street», από τα βάθη της ψυχής του μέχρι τη χαρακτηριστική αφήγηση του κεντρικού ήρωα που μιλά κοιτώντας απ’ ευθείας την κάμερα, είναι μια πέρα για πέρα ταινία του Μάρτιν Σκορσέζε, ένα «best of» των συλλογισμών και των τεχνικών του, όχι μία από τις καλύτερες ταινίες του, αλλά ένα θαυμάσιο, παρόλ’ αυτά, πορτρέτο της ανθρώπινης ανόδου και πτώσης – άλλωστε ο ίδιο ο Σκορσέζε έχει θέσει τόσο ψηλά τον πήχη σ’ αυτό το είδος ταινίας που δεν μπορεί με κάθε απόπειρα να τον ξεπερνά. Ταυτόχρονα – κι αυτό είναι το πιο μαγευτικό στοιχείο του φιλμ – είναι η ταινία που καλύτερα απ’ οποιαδήποτε άλλη, περιγράφει τα χυδαία ποσά χρημάτων, ναρκωτικών και σπέρματος που ξοδεύτηκαν αλόγιστα κι εθιστικά τη δεκαετία του ’90, αλλά και το πόσο συναρπαστική ήταν αυτή η αυτοκαταστροφική πορεία.