«Στις γιορτές συχνά αισθάνομαι αμήχανα, ίσως γιατί ξυπνάει μέσα μου εκείνος ο καταναγκασμός να στηρίξω με λογική και επιχειρήματα την αιτία της ύπαρξης της γιορτής κι αυτό από μόνο του μπορεί να ψαλιδίσει κάθε φτερούγισμα και εξαιτίας του να ατονήσει η χαρά του εορταστικού τραπεζιού. Η παγκόσμια ημέρα βιβλίου στις 23 Απριλίου κάθε έτους είναι μια γιορτή, έτσι ο συνειρμός είναι αναπόφευκτος: γιορτή ίσον βρώση και πόση, τραπέζια στρωμένα, τσουγκρίσματα… Αν μάλιστα θυμηθούμε και την επωδό των παλιών δασκάλων ότι το βιβλίο είναι πνευματική τροφή ή τη συνηθισμένη έκφραση βιβλιοφάγος μπορούμε να βάλουμε την τελευταία πινελιά στην εικόνα.

Η ανάγνωση λοιπόν, κι ας το συμφωνήσουμε, είναι βρώση. Σε ό,τι αφορά τα εξειδικευμένα βιβλία, επιστημονικά και επαγγελματικά, η διαδικασία της ανάγνωσης και τα κίνητρα είναι διάφανα. Σ’ αυτήν την περίπτωση διαβάζουμε χρησιμοθηρικά, διαβάζουμε για να προσθέσουμε επαγγελματικές θερμίδες, για να συγκροτήσουμε άποψη, για να προαχθούμε, να πετύχουμε σε συγκεκριμένους στόχους με μετρήσιμα αποτελέσματα. Τι γίνεται όμως με την ανάγνωση ελευθέρας βοσκής, εννοώ κυρίως τη λογοτεχνία, εκεί όπου τέρψη και ωφέλεια συνυπάρχουν, εκεί όπου οι συγγραφείς στρώνουν τραπέζια με εδέσματα από τη συγγραφική τους κουζίνα και προσκαλούν τους αναγνώστες να τα δοκιμάσουν;

Σε τέτοια τραπεζώματα το αντικειμενικό συνυπάρχει με το υποκειμενικό όπως το ανάλατο με το πικάντικο, ενώ το εξόφθαλμα λογικό συναναστρέφεται τους ιδιότροπους γευστικούς κάλυκες του καθενός. Υπάρχουν άραγε γευσιγνώστες και είναι άραγε η κριτική μια μορφή γευσιγνωσίας; Αναμφισβήτητα ναι, αλλά από την άλλη σε πόσους από μας δεν έχει τύχει οι συστάσεις ενός γαστρονομικού περιοδικού να μας οδηγήσουν σε αποτυχημένα γεύματα με αδιόρατη απόλαυση και μηδαμινή επίγευση. Μα δεν υπάρχουν τελικά ποιοτικά κριτήρια, θα ρωτούσε κανείς; Φυσικά και υπάρχουν. Πόσο έγκυρα είναι αυτά; Αρκετά, αρκεί όμως να τα αξιολογούμε συχνά και να αφήνουμε πάντα λίγο χώρο για το ανείπωτο, για εκείνη την αναγνωστική έλξη που αρνείται να ταυτοποιηθεί. Είναι όλα θέμα αναγνωστικής άσκησης και εμπειρίας; Θα ξαναρωτούσε κάποιος. Οπωσδήποτε. Υπάρχουν τελικά gourmet αναγνώστες; Νομίζω πολλοί και συνήθως αθόρυβοι. Έχουμε δικαίωμα στην ανάλαφρη - εύπεπτη λογοτεχνία; Ναι και αυτό το ερώτημα έχει απαντηθεί από την εποχή μάλιστα της μαντάμ Μποβαρί, αρκεί όμως να μην την ονομάζουμε λογοτεχνία παρά μόνο γραφή ή έστω συγγραφή.

Το να βάζεις εσύ ο ίδιος τις ερωτήσεις και να τις απαντάς είναι ένα διασκεδαστικό παιχνίδι αλλά το μόνο που καταφέρνουμε είναι να περιστρέφονται όλα γύρω από το καίριο ερώτημα: τι είναι αυτό τελικά που γεννιέται ανάμεσα σ’ ένα βιβλίο κι έναν αναγνώστη; Σήμερα γιορτάζουμε για τους αναγνώστες ή για τα βιβλία; Νομίζω ότι πάνω απ’ όλα γιορτάζουμε για τη σχέση τους, για τον ιδιοπρόσωπο και ανεπανάληπτο χαρακτήρα της αγάπης τους, για το κοινό τους ταξίδι και για την πιο ορθή πολιτικά ψευδαίσθηση: το ότι διαβάζοντας ζούμε εκτός απ’ τη δική μας ζωή και πολλές άλλες ζωές ακόμη, ότι ηδονικά παραβιάζουμε τα όρια της φύσης μας με τη βοήθεια της φαντασίας, κρεμασμένοι στο ράμφος ενός κύκνου που πετάει ψηλά».

 
: Άγνωστο
: Άγνωστο