x
NEW IANOS E-SHOP
Δείτε το νέο site του ΙΑΝΟΥ
 
 

Στις 8 Απρίλη κυκλοφορεί το τρίτο και τελευταίο μέρος της Τριλογίας των Αθηνών από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το τέλος του Γαλάζιου Ρόδου της Ελένης Πριοβόλου κλείνει έναν μεγάλο ιστορικό κύκλο που ξεκίνησε με το βιβλίο Όπως ήθελα να ζήσω και συνεχίστηκε με το βιβλίο Για τ’ όνειρο πώς να μιλήσω.

Αυτή τη φορά η συγγραφέας μας ταξιδεύει στη δεκαετία του ’60, φέρνοντας μας μέχρι και τις μέρες μας, μέσα από την ανατρεπτική ιστορία μιας γυναίκας, ενός άντρα, ενός έρωτα, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς που σημάδεψε τη σύγχρονη Ελλάδα. Η Λευκή Γλυκοφρύδη χτίζει την ουτοπία της με μια παρέα ονειροπόλων νέων στο «γυάλινο σπίτι». Όλοι μαζί αγωνίζονται για τη δημιουργία του «γαλάζιου ρόδου». Σαν έφηβη συνειδητοποιεί ότι η πάλη για το ωραίο και το αρμονικό αποτελεί μονόδρομο. Σαν φοιτήτρια συλλαμβάνεται και βασανίζεται από τη δικτατορία.. Ερωτεύεται με πάθος και παντρεύεται έναν επαναστάτη – έναν επαναστάτη που γίνεται υπουργός της Μεταπολίτευσης. Και κάπως έτσι έρχεται το τέλος της ουτοπίας της, του δικού της ονείρου…

Διαβάστε αποκλειστικά ένα απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου!

«Σαββατο επτά το πρωί. Ανοίγω τα μάτια μετά από σήμα του βιολογικού μου ρολογιού και μένω για λίγο στο κρεβάτι μέχρι να φύγει το μούδιασμα του ύπνου. Συνειδητοποιώ ότι έχω όλο το πρωινό στη διάθεσή μου. Δεν εργάζομαι, ούτε υπάρχουν δουλειές του σπιτιού, αφού τις έκανε η Ράτκα την προηγούμενη μέρα. Αφήνω το κρεβάτι με ένα αίσθημα ανακούφισης. Ο χρόνος μού φαίνεται άπλετος και δεν σκοπεύω να τον περιορίσω με αναίτια άγχη. Αυτό τουλάχιστον υπόσχομαι στον εαυτό μου.

Η ανατολή με περιμένει να της απευθύνω τον πρώτο χαιρετισμό εν είδει πρωινής προσευχής. Κατέχω το εξαιρετικό προνόμιο να κατοικώ σε ένα θαυμαστό κομμάτι της Αθήνας. Μπρο­στά μου υψώνεται ο Ιερός Βράχος –ακοίμητος φρουρός της αισθητικής μου– και πίσω το Αστεροσκοπείο και ο λόφος του Φιλοπάππου.

Αυτό το αίσθημα πληρότητας, μαζί και τη χαλαρή μου διάθεση θα ήθελα να τα μοιραστώ με την οικογένειά μου. Τον άντρα μου τον Ρόκκο και τις δύο κόρες μας, τη Δανάη και την Ερατώ. Όμως κανένας τους δεν δείχνει διατεθειμένος να συμμεριστεί την τρέλα μου να ξυπνώ σαββατιάτικα από τις επτά το πρωί για να χαιρετίσω τον ήλιο.

Τα κορίτσια επιστρέφουν συνήθως το ξημέρωμα από τη νυχτερινή διασκέδαση, ξυπνούν κατά κανόνα γύρω στις δύο το μεσημέρι και με την τσίμπλα στο μάτι κατεβαίνουν στον πεζόδρομο της οδού Ηρακλειδών για καφέ. Ο αλλοτινός δρόμος με την αλέα από φιλύρες και τις όμορφες, νοικοκυρεμένες κατοικίες έχει μετατραπεί σε άντρο ραχατιού και απάθειας του νεαρόκοσμου.

Ο Ρόκκος –κατάκοπος όπως είναι– δεν αφήνει το κρεβάτι πριν από τις δέκα, πίνει ένα φλιτζάνι καφέ στο πόδι, με ασπάζεται στο μέτωπο, σαν εικόνισμα, και αναχωρεί. Οι κομματικές του υποχρεώσεις, οι συναντήσεις με τους πολιτικούς του φίλους και με το σινάφι των συνδικαλιστών στην πλατεία Κολωνακίου δεν έχουν σχόλη. Η πολιτική σταδιοδρομία απαιτεί εγρήγορση. Κάθε λεπτό εκτός αυτής είναι για τον Ρόκκο σπατάλη χρόνου.

Σήμερα όμως μου έδωσε υπόσχεση πως θα βγούμε το βράδυ μαζί. Άφησε μάλιστα στη διακριτική μου ευχέρεια την επιλογή του τρόπου διασκέδασής μας. Κινηματογράφο, θέατρο, ακόμα και Λυρική. Όπου και να καταλήξουμε, μαντεύω ότι εκείνος θα λαγοκοιμάται κουρασμένος από τις εντάσεις και εγώ θα παριστάνω απλώς την ευχαριστημένη, μέσα στην ψευδαίσθηση ότι περάσαμε μαζί ένα όμορφο σαββατόβραδο όπως τα πρώτα χρόνια του γάμου μας.

Αντιπαθώ τους βίαιους ρυθμούς, ακόμα και τις καθημερινές. Πόσω μάλλον το Σάββατο. Μία άποψη στην οποία έχω κατασταλάξει, είναι πως η βία του χρόνου πηγάζει από μέσα μας. Αποτελεί έναν πνιγηρό καταναγκασμό, αναίτιο συνήθως. «Πώς τα καταφέρνεις και είσαι εκτός τόπου και χρόνου;» αναρωτιέται συχνά ο Ρόκκος. Προσπαθώ να του αναλύσω τη θεωρία μου ανάμεσα στα ασφυκτικά περιθώρια ενός χρονικού ημιτονίου που μας περισσεύει, αλλά δεν προλαβαίνω να γίνω κατανοητή. «Άτοπη» ερμηνεύει ο άντρας μου την ονειρική διάσταση που δίνω στο βίο μας προκειμένου να μη γίνει αβίωτος.

Είναι ένα Σάββατο φθινοπωρινό αλλά ασυννέφιαστο. Από το βράχο της ψυχής μου νιώθω να αναβλύζει μια άφραστη ποιητική αίσθηση του κόσμου. Η χλαλοή της πόλης δεν έχει αρχίσει, και οι ανάσες της εσωτερικής αυλής, μαζί με το αντιβούισμα απ’ τα κοτσύφια στα φυλλώματα του Φιλοπάππου, με προκαλούν επιτακτικά. Ρίχνω πάνω μου ένα σάλι, κατεβαίνω από τη σκάλα υπηρεσίας στην αυλή και από εκεί περνώ στον κρυμμένο πίσω από το σπίτι κήπο. Εντός του, η αγαπημένη μου γιαγιά Λευκοθέα είχε δημιουργήσει το μυριστικό της κηπάριο, που συνεχίζω να το διατηρώ αναλλοίωτο μετά το θάνατό της. Είναι η ιερή της παρακαταθήκη. Το θυμίαμα των ευωδιαστών φυτών αναδύεται μέσα απ’ την πρωινή δροσιά και διαχέεται στο χώρο. Πόσο θα ήθελα να αφήσω εκεί την τελευταία μου πνοή!

Σε στιγμές ανεξέλεγκτης συγκινησιακής φόρτισης, σκηνοθετώ το θάνατό μου. Ξαπλώνω στο φρεσκοκομμένο χορτάρι, σταυρώνω τα χέρια, κλείνω τα μάτια και πασχίζω να καθαρίσω το μυαλό μου από κάθε σκέψη. Να ταξιδέψω σε ένα απολύτως λευκό τοπίο ανυπαρξίας. Μοιάζει με ονειρική αναχώρηση, αλλά πρόκειται για καθαρό τοπίο θανάτου. Μόλις καταφέρω να μπω σε αυτή την παράξενη λειτουργία, πετάγομαι πάνω έντρομη. Όχι! Τα κορίτσια με χρειάζονται ακόμα.

Μερικές φορές σκέφτομαι πως είναι εγωιστική η επιθυμία μου να συμπαρασύρω στην πρωινή πλημμυρίδα των δικών μου συναισθημάτων και τους οικείους μου. Να τους μεταγγίσω την προσωπική μου αίσθηση για τον κόσμο και να τους μυήσω στον τρόπο που εγώ απολαμβάνω τα πράγματα, θαρρείς και κατέχω την αλάνθαστη συνταγή της προσωπικής ευτυχίας. Παρά την παραδοχή της πλάνης μου, εκνευρίζομαι όταν δεν μου γίνεται το καπρίτσιο να παίρνουμε όλοι μαζί πρωινό, στη θαυμάσια βεράντα μας, αν ο καιρός το επιτρέπει, ή μέσα από την τζαμαρία, αν έχει ψύχρα και βροχή. Θα με ικανοποιούσε αν μπορούσαμε να βλέπουμε τον ήλιο με το ίδιο βλέμμα, να δίνουμε στον Υμηττό και στην Ακρόπολη την ίδια διάσταση και να τρώμε, σαν την «αγία οικογένεια», το μυρωδάτο κέικ μήλων που ανεβάζει στον όροφό μας, από την προηγούμενη μέρα, η γηραιά, πλην κραταιά μητέρα μου Ελπίδα.

Όπως και να έχει, ο διάλογος με τον εαυτό μου καλά κρατεί και η ατραπός προς την αυτογνωσία, αν και δύσβατη, με άπειρες παλινωδίες, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οφείλω να σέβομαι τις επιθυμίες των δικών μου και να μην έχω την απαίτηση να τους τραβώ στο άρμα των προσωπικών μου διεργασιών. Εξάλλου, η σχέση με την ανατολή και τη δύση, καθώς και η προσπάθεια ανίχνευσης άυλων οντοτήτων πίσω από το κοσμικό εκμαγείο είναι υπόθεση ατομική, και η απόλαυση δεν έχει συνταγή προς εκτέλεση. Ξέρω πως δεν θα κρατήσω για πολύ την υπόσχεση που κάθε φορά δίνω στον εαυτό μου, αλλά η αναγνώριση της πλάνης αποτελεί το πρώτο στάδιο στην πορεία προς την αυτογνωσία.

Η αλήθεια είναι πως πέρασα από επώδυνα στάδια μέχρι να απεκδυθώ τον τύραννο εαυτό και να αρχίσω να λειτουργώ διακριτικά –αλλά με βλέμμα «παντεπόπτη»– στα οικογενειακά δρώμενα. «Όλοι μαζί». Αυτό είχα οραματιστεί όταν παντρεύτηκα τον Ρόκκο και όταν γέννησα τα δυο μου κορίτσια. Η «κομμούνα» των ευσεβών κοινωνικών μας πόθων θα σαρκωνόταν πρώτα στη δική μας οικογένεια και θα γινόταν ένα μοντέλο για ευρύτερους σχηματισμούς. Μελετώντας τα ιστορικά αρχεία, διάβασα μια φράση παλαιών –ξεχασμένων από την ιστορία– κοινωνιστών του 19ου αιώνα, που έλεγε: «Η τελειοποίησις των ατόμων προη­γείται της επαναστάσεως». Αυτό, στην πράξη, είναι δύσκολο να υλοποιηθεί. Αποτελεί όμως δρόμο προορισμό».

 
: Jazz & Cinema Vol. 3 - Music Forever