x
NEW IANOS E-SHOP
Δείτε το νέο site του ΙΑΝΟΥ
 
 

Με επίκεντρο το πρόσωπο της μητέρας του, ο Χ.Α. Χωμενίδης ξαναγράφει την ιστορία του ελληνικού 20ού αιώνα. Μιλάει για μια οικογένεια Μικρασιατών, η οποία έθρεψε στους κόλπους της κομμουνιστές ηγέτες αλλά και δωσίλογους, τυχοδιώκτες μα και ήρωες. Που βίωσε παράφορα ερωτικά πάθη, τραγικές απογοητεύσεις, στιγμές μποέμικης ανεμελιάς και χρόνια ολόκληρα στην πιο βαθιά παρανομία. Μιλάει για τα παιδιά που σημαδεύτηκαν από τις επιλογές των γονιών τους, κατάφεραν ωστόσο να τις υπερβούν και να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο.

 

«Γεννήθηκα τον Φεβρουάριο του 1938 από δύο ανθρώπους που οι συνθήκες της ζωής τους κάθε άλλο παρά τους ενθάρρυναν στο να αποκτήσουν παιδί. Οι ίδιοι είχαν έρθει στον κόσμο σε πολύ πιο ήρεμους καιρούς. Η μάνα μου ήταν η πρωτότοκη θυγατέρα ενός άντρα που είχε σταθεί στα νιάτα του πολύ φτωχός, μα με τον γάμο του είχε γίνει εύπορος κτηματίας. Δεν υπαινίσσομαι προικοθηρία – κάθε άλλο. ο παππούς μου, ο Γιώργης, ερωτεύθηκε τη γιαγιά μου, την Ελπίδα Πετμεζά, παράφορα, κόντρα σε κάθε υπολογισμό κοινωνικό ή οικονομικό. Κοντοχωριανοί ήταν, από τον κάμπο της Μεσσηνίας. θα είχαν ιδωθεί –φαντάζομαι– στα πανηγύρια, όπου ο Γιώργης έπαιζε συρτούς και καλαματιανούς στο μπουζούκι του και η Ελπίδα, ως κόρη, θα χόρευε σεμνά, αποκλειστικά με τους στενούς της συγγενείς. Το αίσθημα φούντωσε, ακαριαία ισχυρίζονταν, κι από τις δυο πλευρές. Οπτικά τουλάχιστον ταίριαζαν – ήταν και οι δύο εξίσου όμορφοι.  Η Ελπίδα μελαχρινή με κατάλευκο δέρμα, οΓιώργης ψηλός, γεροδεμένος και ξανθός, με στριφτό μουστάκι. Ανήκε στην πρώτη γενιά που φορούσε τα «φράγκικα» – ο πατέρας του ντυνόταν με φουστανέλες. Πελοπόννησος,τέλη 19ου αιώνα…

Περίπτωση να ζητήσει και να λάβει ο Γιώργης το χέρι της Ελπίδας δεν υπήρχε. Χάσμα χώριζε τον πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη τριαντάρη –πότε κυνηγός,  πότε αλογατάρης, πότε πλανόδιος οργανοπαίκτης– από τους Πετμεζάδες, που είχανε σαράντα σέμπρους, κολίγες δηλαδή, στη δούλεψή τους… Δε νομίζω να το πολυσκέφτηκε: Μια μέρα που η Ελπίδα κίνησε για τον οδοντογιατρό (κανονικό ταξίδι από το χωριό της ως την Καλαμάτα – δυο φοράδες μπροστά, δυο φοράδες πίσω και στη μέση ένα γαϊδούρι, που στο σαμάρι του καθόταν η κοπέλα), εκείνος παραφύλαξε με τους κολλητούς του σε μια στροφή του δρόμου. Όταν πλησίασε η πομπή, βγήκε μπροστά τους με το ντουφέκι στο χέρι. «Μου τη δίνετε για γυναίκα;» ρώτησε με βροντερή φωνή. «Άι κοιμήσου να ξενυστάξεις!» του απάντησαν οι προστάτες της κόρης. Από τους πυροβολισμούς που ακολούθησαν σκοτώθηκε ένας και τραυματίστηκαν τρεις. Μες στην αναμπουμπούλα, ο Γιώργης βούτηξε το Ελπιδάκι και το πήγε σε μια σπηλιά για μια νύχτα. Με το χάραμα, παραδόθηκε στους χωροφύλακες. Δικάστηκε και κλείστηκε –άλλοι λένε για πέντε, άλλοι για εφτά χρόνια– στο κάτεργο, στο Μπούρτζι. Το αυτί του δενίδρωσε. Την είχε κάνει πια γυναίκα του, δε θα μπορούσαν να την παντρέψουν με κανέναν άλλον… Μόλις αποφυλακίστηκε, έγινε ο γάμος κι άρχισαν να γεννιούνται παιδιά. Ο Αχιλλέας και ο Κυριάκος, έπειτα η Άννα, η μάνα μου, μετά η Κατερίνα (που πέθανε μωρό), η Αλκμήνη –συνήθιζαν τα αρχαία ονόματα– και τελευταία η Θεώνη. Μέσα σε μία δεκαπενταετία, από το 1905 έως το 1920. Είχαν άραγε τα αγόρια ιδιαίτερη έφεση στα γράμματα; Αποτελούσε απλώς ευγενή φιλοδοξία για μια ευκατάστατη οικογένεια αγροτών το να σπουδάσει τους γιους της; Και οι δύο πάντως, μόλις τελείωσαν το σχολείο, ανέβηκαν στην Αθήνα και γράφτηκαν στο πανεπιστήμιο. Ο Αχιλλέας στη Θεολογία και ο Κυριάκος στη Νομική. Τα καλοκαίρια επέστρεφαν στο χωριό, όμως αντί να βοηθούν στις γεωργικές εργασίες, την άραζαν κάτω από σκιερά δέντρα και διάβαζαν με τουπέ μαρξιστικά εγχειρίδια. Ποιος τους είχε μυήσει στον Κομμουνισμό;

…Το ταξίδι της Άννας για την Αθήνα έγινε με την ατμομηχανή –τον μουτζούρη– και κράτησε σχεδόν μιάμιση μέρα. Είχαν προηγηθεί τρεις μήνες αψιμαχιών με τον πατέρα της. Ή μάλλον αψιμαχιών του πατέρα της με τον ίδιο του τον εαυτό, που ήταν διχασμένος ανάμεσα στο να αμολήσει την Αννούλα (η οποία τόσο του ’μοιαζε, στο τσαγανό κυρίως), να την αμολήσει για να ανακαλύψει τον απέραντο κόσμο ή να την κρατήσει στο χωριό. «Εάν είναι να με φυλακίσεις εδώ, πάντρεψέ με το συντομότερο, για να αποκτήσω παιδιά μιαν ώρα αρχύτερα και να τα στείλω εκείνα στην ελευθερία…» του είχε πει στο τέλος η Άννα και είχε κερδίσει, με μια φράση της, τον πόλεμο.

Εγκαταστάθηκε στο φοιτητικό δωμάτιο των αδελφών της, σε ένα σπίτι στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Έδωσε εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών και πέτυχε στο φλερτ ενός συνυποψηφίου της, μετέπειτα πολύ γνωστού ζωγράφου, ο οποίος σχεδίασε για λογαριασμό της και της πάσαρε στη ζούλα τόσο το γυμνό μοντέλο όσο και τη νεκρή φύση. Δε φοίτησε όμως ούτε για μια μέρα. Η κομμουνιστική νεολαία, στην οποία είχε σπεύσει να γραφτεί, της έδωσε εντολή να πιάσει δουλειά σε υφαντουργείο, για να διαφωτίσει τις άλλες εργάτριες. Δεν ξέρω αν διέθετε το χάρισμα της πειθούς ή αν –πίσω από τη βιτρίνα της προλετάριας– διακρινόταν η κοπελίτσα που δεν είχε μέχρι τότε στερηθεί τίποτα στη ζωή της. Δεν ήταν πάντως η Άννα από τους ανθρώπους που καταδέχονται να αλλάξουν ρότα. Απ’ τη στιγμή που είχε στρατευθεί στην υπόθεση του Σοσιαλισμού, θα την υπηρετούσε αταλάντευτα, με οποιοδήποτε κόστος.

…Το 1933, στα είκοσι δύο της, η Άννα πρέπει να ήταν από τις ωραιότερες νεαρές κομμουνίστριες, ξανθιά, ψηλή και λυγερή σαν τον μπαμπά της και με αυστηρό –συν τοις άλλοις– ύφος, που, όσο κρατούσε τους άντρες σε απόσταση, άλλο τόσο τους ερέθιζε. Μια φίλη της της είπε μια μέρα ότι ο σύντροφος Αρμάος θέλει να τη γνωρίσει. «Ο βουλευτής μας;» εντυπωσιάστηκε η Άννα. «Ναι, αυτός»!

 
: Jazz & Cinema Vol. 3 - Music Forever